Η μεγάλη αλήθεια

Τον Σταμ. Σταμ. (Σταμάτης Σταματίου) πολύ λίγοι τον γνωρίζουν και τούτο είναι φυσικό, αφού γεννήθηκε το 1881 και πέθανε το 1946.

Είναι ο συγγραφέας που έγραψε τις περίφημες «Ιστορίες του χωριού» και τις οποίες δεν ευτύχησε να δει εκδοθείσες σε βιβλίο, αφού αυτό έγινε μετά τον θάνατό του. Οι «Ιστορίες» είναι μια χαρτογράφηση  της Ελληνικής επαρχίας του περασμένου αιώνα, δοσμένες με χιούμορ, που όμως ζωντανεύουν απολύτως, όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτήριζαν το τότε  (και μερικά εξακολουθούν και το σήμερα) Ελληνικό χωριό. Ο μεγάλος μας Δημήτρης Ψαθάς, αναφέρει: «Το όνομα του Σταμ. Σταμ.,  ανήκει σ΄ εκείνα που νίκησαν τον χρόνο, γι’ αυτό και είναι τόσο οικείο, ακόμα και σήμερα (αναφέρεται στο 1946) στο αναγνωστικό κοινό, όσο είναι τα ονόματα ενός Παύλου Νιρβάνα, ενός Σπύρου Μελά». Σήμερα λοιπόν δίνουμε το βήμα στον Σταμ. Σταμ. με ένα χρονογράφημά του με τίτλο: «Η μεγάλη αλήθεια». Το ξαναλέμε. Μη θεωρηθεί πως το κείμενο γράφτηκε τώρα. Είναι ακριβώς 73  χρονών (η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε το 1946 και η δεύτερη το 1973) κι’ όμως  διατηρεί την φρεσκάδα και – δυστυχώς - την επικαιρότητά του,  τώρα μάλιστα που δημοσιεύθηκαν και τα προκλητικά «Πόθεν Έσχες» (μάλλον μόνο… Έσχες) των βουλευτάδων…

Σε όποια σημεία ήταν δυνατόν, διατηρήθηκε η ορθογραφία και η σύνταξη του πρωτοτύπου. 

Ο λόγος ήταν για τους ανίκανους υπουργούς και κυβερνήτας κάθε κράτους. Ο ένας κάτι θυμόταν να πη για τον έναν, ο άλλος  κάτι για τον άλλον. Τώρα μάλιστα, με τα τελευταία γεγονότα, που έχουν φέρει κάθε αναξιότητα στην επιφάνεια, όλοι είχαν κάτι να ειπούν.

Όταν είπαν όλοι ό, τι είχανε να πουν σηκώθηκε και ο Μεμίς, ο άλλοτε Μουφτής Φλωρίνης – καλή του ώρα όπου βρίσκεται -  και είπε σαν να απαντούσε σε όλους:

- Έτσι είναι ο κόσμος. Το παράξενο είναι πώς  δεν το καταλάβαμε εμείς οι άνθρωποι, ενώ το έχουν καταλάβει η… γκαμήλες.

- Πώς;

- Να πώς:

»… Μια φορά ο Σουλεϊμάν Μεμέτ – Εμίν – αγάς, που ήταν αναντάν – μπαμπαντάν γκαμηλιέρης και που πέρασε με τις γκαμήλες όλη του τη ζωή, σαν έφθασε στα 99 του χρόνια, αρρώστησε και κατάλαβε πως θα πεθάνει. Εκκάλεσε τα παιδιά του, λοιπόν, κοντά του τα παιδιά του, τους συγγενείς, τους φίλους και τους γείτονές του και τους εζήτησε συγχώρεσι. Κατόπιν όμως θυμήθηκε και τις γκαμήλες του. Και ζήτησε να τον οδηγήσουν  στο ντάμι, για να ζητήσει  και από αυτές άφεσι αμαρτιών.

»Σαν τον πήγανε  εκεί, έκλαψε, της εχάϊδευσε και τους είπε:

» - Εγώ πιά σας αφήνω. Έφθασεν η ώρα να παραδώσω την ψυχή μου στο Θεό. Αλλά για να πάω ήσυχος στον άλλο κόσμο θέλω να με συγχωρήσετε και σεις, για ό,τι κακό σας έκαμα. Ξέρω πως κάποτε  απάνω στο θυμό μου, σας έδερνα και άδικα. Ξέρω πως πολλές φορές σαν το καλούσε η δουλειά, σας κούραζα και άλλοτε σας άφηνα νηστικές και διψασμένες, σαν δεν είχα. Όλα αυτά τα αναγνωρίζω. Μα τι να γίνη! Έτσι είναι ο κόσμος! Ξεχάστε ό, τι τραβήξατε από μένα  και συγχωρείστε με, να πάω ήσυχος.

Οι γκαμήλες φάνηκαν σαν να συγκινήθηκαν κ’ η πιο μεγάλη έλαβε τον λόγο:

- Που μας έδερνες και που μας κούραζες και που μας άφηνες νηστικές  και διψασμένες, εμείς  Σουλεϋμάν – Μεμέτ – Εμίν αγά δεν σου βαστούμε κάκια.  Δεν ήταν πράματα σωστά αυτά αλλά στα συγχωρούμε. Ένα όμως πράγμα μας ήτανε βαρύ και δεν θα σου το συγχωρήσουμε ποτέ μας.

- Και ποιο είναι αυτό; ρωτάει τρομαγμένος ο Σουλεϋμάν – Μεμέτ – Εμίν αγάς.

- Ποιο; απαντάει η καμήλα θυμωμένη. Να στο πούμε. Εμείς κοστίσαμε στην αφεντιά σου άλλη 40, άλλη 30 κι’ άλλη 50 λίρες και είμαστε όλες πρόθυμες εις την δούλεψί σου. Και συ, αντί να μας τιμάς, μας είχες πάντα οδηγό ένα γαϊδούρι, που δεν άξιζε ούτε δύο λίρες καν!

- Αυτό ήταν; Είπε ανακουφισθείς ο Σουλεϊμάν αγάς.

- Τι; Μικρό τώχεις εσύ αυτό; Να ήμαστε υποχρεωμένες  να περιπατούμε, όταν ο γάϊδαρος ήθελε να περιπατή, να στεκόμαστε, όταν στέκεται εκείνος, και να  πηγαίνουμε  όπου ήθελε πάντα το παληογαϊδούρι σου; Νομίζεις ότι αυτό δεν μας πείραζε στο φιλότιμο;

Ο Σουλεϊμάν Μεμέτ – Εμίν – αγάς, κούνησε το κεφάλι  και απήντησε:

- Παιδιά μου, έχετε δίκαιο. Αλλά τι να σας πω. Έτσι είναι φκιαγμένος ο ντουνιάς. Γαϊδούρια να τον οδηγούν!... Μήπως το ίδιο δεν γίνεται και με τους ανθρώπους; Μήπως δεν βλέπουμε, κάθε μέρα, άξιους και προκομμένους  να δουλεύουνε σ’ άλλους που δεν έχουνε ούτε ενός γαϊδάρου αξία;…

Και ειπών, ο Σουλεϊμαν – αγάς την μεγάλη αυτή αλήθεια, έγειρε το κεφάλι του και παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό…».

Αυτά είπε ο Μεμίς εφέντης – καλή του ρα ‘κει που βρίσκεται!

Και η παρέα, αφού γύρισε και κοίταξε τριγύρω της, σαν να παρατηρούσε  όλην την Ελλάδα, σ’ όλα αυτά τα χρόνια, έγειρε το κεφάλι της  κι’ αυτή και παρέδωσε τον εαυτό της  και τη σκέψι της  στη μεγάλη τούτη αλήθεια  που βασιλεύει στο Ρωμαίϊκο…

Και αφού μείναν, λίγην ώρα, όλοι σκεπτικοί, αλλάξανε κουβέντα…

Και καλά να σου τύχει να σε οδηγούν γαϊδούρια αλλά να τα επιλέγεις και μόνος σου, τότε σίγουρα είσαι μία ενδιαφέρουσα περίπτωση μελέτης και πειραματισμού ψυχιάτρων… 

Υ.Γ.:  Ο Στρατηγός κ. Λιάκουρης, βαθύς μελετητής και γνώστης της Ιστορίας, διαβάζοντας το τελευταίο κείμενο, το σχετικό με την μάχη του υψοδείκτου 1378,  παρατηρεί: «Η κατοχή του υψώματος 1378, σταμάτησε την τελευταία μεγάλη αντεπίθεση των Βουλγάρων, η οποία εάν επετύγχανε  θα προσέβαλε τα Νώτα του ενός Άξονα προελάσεως του Ελληνικού Στρατού (ΕΣ). Η αντεπίθεση αυτή, αρχικώς αιφνιδίασε τη ηγεσία του ΕΣ, αφού σημείωσε, στα αρχικά στάδια, επιτυχίες, η ολοκλήρωση των οποίων όμως απετράπη μετά από ταχείες και ορθές ενέργειες του Αρχιστρατήγου και των τοπικών Διοικήσεων και πάντοτε βέβαια με τον ηρωισμό των ανδρών». Με την παρατήρηση του Στρατηγού, τον οποίο ευχαριστώ θερμότατα, ο αναγνώστης έχει μία ολοκληρωμένη εικόνα και της θυσίας του Βελισαρίου, αλλά και της στρατηγικής και τακτικής σημασίας του υψοδείκτου 1378.