«Βόμβα» ΣτΕ για τις αντικειμενικές

Έκανε δεκτές τις αιτήσεις ακύρωσης ιδιοκτητών σε 12 περιοχές της Ελλάδας. Ανοίγει η πόρτα και για νέες προσφυγές

Τις αντικειμενικές αξίες όπως καθορίστηκαν το 2018 σε δώδεκα ζώνες ανά την Ελλάδα ακύρωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας, εκδίδοντας σειρά αποφάσεων, οι οποίες όμως δεν έχουν αναδρομική ισχύ, δηλαδή ισχύουν αυστηρά από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση, οι αποφάσεις αυτές αφήνουν ορθάνοιχτη την πόρτα των προσφυγών για όσους θεωρούν ότι αδικούνται από το σύστημα των αντικειμενικών τιμών.

Συγκεκριμένα, το ΣτΕ ακύρωσε τις αντικειμενικές τιμές στην περιοχή της Πλάκας, στις Α', Β', Γ', Δ' και ΣΤ' ζώνες του Δήμου Φιλοθέης - Ψυχικού, στην Ε' Ζώνη Εκάλης, στην Α' Ζώνη Αγίας Βαρβάρας και στην Α' Ζώνη Αετοφωλιάς Δήμου Τήνου και στη Ζώνη της Λιλαίας του Δήμου Δελφών.

Μετά την ακύρωση των αντικειμενικών αξιών το υπουργείο Οικονομικών υποχρεούται να τις επανακαθορίσει με βάση τη δικαστική απόφαση, καθώς δεν μπορεί να γίνει καμία φορολογική συναλλαγή (πώληση ή μεταβίβαση ακινήτου κ.λπ.) όσο οι τιμές είναι «στον αέρα».

Το σκεπτικό του ΣτΕ που οδήγησε στην ακύρωση των αξιών είναι το εξής: «Το Δημόσιο είχε παραλείψει να προβεί, με βάση την προσέγγιση των συγκριτικών πωλήσεων, στη συλλογή των δεδομένων της αγοράς ακινήτων, μέσω της δημιουργίας και της τήρησης σχετικής βάσης δεδομένων (ανάλογης με εκείνη που υπάρχει για τις μισθώσεις ακινήτων), η δε ανάθεση στους πιστοποιημένους εκτιμητές της συγκέντρωσης των στοιχείων αυτών έγινε χωρίς την πρόβλεψη και εφαρμογή επαρκών διαδικαστικών εγγυήσεων, κατάλληλων για τη διασφάλιση της πληρότητας και της ακρίβειας των οικείων πληροφοριακών δεδομένων.

Στοιχεία

Σε περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχουν στοιχεία πωλήσεων (λ.χ., έγιναν πολύ λίγες αγοραπωλησίες, οι οποίες δεν παρέχουν επαρκές δείγμα), δεν αποκλείεται να λαμβάνονται υπόψη και τιμές από σχετικές προσφορές/αγγελίες πώλησης, κ.λπ.

Εάν τα σχετικά αξιόπιστα στοιχεία συγκριτικών αγοραπωλησιών είναι ανύπαρκτα ή τόσο λίγα, μπορεί και είναι σκόπιμο (ή ακόμα και αναγκαίο) να λαμβάνονται υπόψη (και) σχετικά αποδεικτικά στοιχεία περί συγκριτικών μισθώσεων, δυνατότητα η οποία αποκλείστηκε από την εφαρμοσθείσα μεθοδολογία».

Έτσι το ΣτΕ κατέληξε ότι «δεν προκύπτει πως, για τη διαμόρφωση της εκτιμητικής μεθοδολογίας, η διοίκηση έλαβε προσηκόντως υπόψη την προσέγγιση του κόστους, μολονότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πρότυπα, η προσέγγιση αυτή είναι η πλέον πρόσφορη για κατηγορίες ακινήτων σε ορισμένες περιοχές, ιδίως λόγω έλλειψης κίνησης στην οικεία αγορά (και της συνακόλουθης έλλειψης επαρκών στοιχείων για αγοραπωλησίες ή/και μισθώσεις)».