Το ΔΝΤ προκαλεί και ζητεί πάλι αίμα!

Αμετακίνητο το Ταμείο στις ακραίες απόψεις του για περαιτέρω περικοπή των συντάξεων και μείωση του αφορολογήτου

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν μεταβάλλει τη δέσμη συστάσεων προς την ελληνική κυβέρνηση και, μέσω της έκθεσης του άρθρου 4, προσχέδιο της οποίας έχει ήδη στείλει σε κυβερνητικά στελέχη, επιμένει στην ανάγκη διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, με μείωση του αφορολογήτου, κατάργηση της «μονιμότητας» της 13ης σύνταξης, που καθιέρωσε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, και περικοπή των προσωπικών διαφορών στις συντάξεις.

Οπισθοχώρηση

Στην έκθεσή του για την Ελλάδα, που θα συζητηθεί στη σημερινή συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του, το ΔΝΤ θα αναφέρεται στα πεπραγμένα της προηγούμενης κυβέρνησης, όταν, κατά την εκτίμησή του, σημειώθηκε σημαντική οπισθοχώρηση σε συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές δεσμεύσεις, με χαρακτηριστικότερες τις παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας και την αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά και την καταβολή του έκτακτου «κοινωνικού μερίσματος» υπό μορφήν 13ης σύνταξης.

Συγκεκριμένα, θα μιλά για την ακύρωση των προνομοθετημένων μέτρων για την περικοπή των συντάξεων και τη μείωση του αφορολογήτου και για παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας που υπονομεύουν την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, ενώ τάσσεται υπέρ της κατάργησης του επιδόματος της 13ης σύνταξης. Θα επικρίνει επίσης μέτρα, όπως η προστασία των στεγαστικών δανείων και οι ρυθμίσεις των οφειλών σε ασφαλιστικά ταμεία και Εφορία, υποστηρίζοντας ότι υπονομεύουν την κουλτούρα πληρωμών και πρέπει να εγκαταλειφθούν. Οσον αφορά τη ρύθμιση για την προστασία της πρώτης κατοικίας, σημειώνει ότι είναι η 9η στη σειρά.

Χωρίς να γίνονται συγκρίσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση της Ν.Δ., αλλά με σαφή διαχωρισμό των δύο περιόδων, το Ταμείο σημειώνει τα πρώτα θετικά, κατά την άποψή του, δείγματα γραφής της νέας κυβέρνησης στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων, με ειδική αναφορά στο σχέδιο «Ηρακλής» για τα «κόκκινα» δάνεια, που συνοδεύεται από την υπενθύμιση των προκλήσεων που παραμένουν.

Για τη βιωσιμότητα του χρέους, η ανάλυση του Ταμείου επιμένει ότι έως το 2032 δεν υπάρχει πρόβλημα κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών, αλλά στη συνέχεια αυτή θα εξαρτάται από τα επιτόκια και τον ρυθμό ανάπτυξης, τον οποίο το ίδιο το Ταμείο «βλέπει» στο 0,9% (μακροπρόθεσμα).

Η έκθεση θα υποδέχεται θετικά, καταρχάς, τη νέα κυβέρνηση, επικροτώντας την πολιτική της στον τομέα των ιδιωτικοποιήσεων και των μεταρρυθμίσεων, αλλά δεν είναι πολύ αισιόδοξη στις προβλέψεις της για τις αναπτυξιακές προοπτικές. Εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα περιοριστεί το 2020 στο 2,2% και φέτος στο 2%.