Τα δίνουμε όλα! Ποια θα είναι η επόμενη ημέρα;

Το γεγονός ότι το Δημόσιο Ασφαλιστικό Ταμείο των Καναδών, πήρε το μερίδιο της Χόφτιχ στο αεροδρόμιο της Αθήνας «Ελ. Βενιζέλος» θα πρέπει να διδάξει την ομάδα των παρωχημένων οικονομολόγων της κάστας της εξουσίας για το τι συμβαίνει στον κόσμο σήμερα. Και πολύ περισσότερο στο ποια θα είναι η επόμενη μέρα στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών· αυτή που θα σηματοδοτήσει την έξοδο από την διεθνή κρίση και την αναδιάταξη της παγκόσμιας δομής. Είτε συνεχίσει να υπάρχει ευρώ είτε όχι, είτε η Ελλάδα και η Κύπρος συνεχίσουν να βρίσκονται στην ευρωζώνη είτε όχι. Το σπουδαίο που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι τα κρατικά assets δεν μπορεί να εκχωρούνται προς ιδιωτικοποίηση, τις περισσότερες φορές απεθνικοποίηση, χωρίς να υπάρχει κυρίαρχη εθνική θεώρηση πραγμάτων για το τι θέλουμε να κάνουμε την Ελλάδα.

 

Το υπουργείο Οικονομικών, πέραν του ότι κατά βάση απλά εκτελεί έως τώρα πολύ κακά σχεδιασμένες τακτικές δημοσιονομικών έκτακτων μέτρων από το ΔΝΤ και τη γερμανική διοίκηση της Ευρώπης μονόπλευρα, υπέρ των δανειστών, των τραπεζών και της εγχώριας οικονομικής, εξωθεσμικής ολιγαρχίας, πάσχει ως προς τις ηγεσίες του από έναν μονόπλευρο «θατσερισμό». Ουσιαστικά σκέπτεται με εμμονικό τρόπο, σε δεδομένα του 1970-1980, και θέλει να πάρει τη ρεβάνς σε διαχειριστικό επίπεδο από αυτά που τελικά δεν προέκυψαν το 1990-1994. Παράλληλα, σε επίπεδο Ευρώπης - Βερολίνου, μια δράκα και εκεί οικονομολόγων σκέπτεται επίσης με εμμονικό τρόπο, επιδιώκοντας μέσα από τη μονόπλευρη δημοσιονομική προσαρμογή (τον αποπληθωρισμό, δηλαδή, και τη μείωση της κίνησης χρήματος και κεφαλαίων, άρα και της κατανάλωσης) μια πραγματικότητα λογιστική εσόδων - εξόδων, με «χρυσό κανόνα» φτώχειας στη βάση των κοινωνιών. Η Γερμανία απέναντι στο σύνδρομο της Βαϊμάρης, απέναντι στις αγορές, απολύτως επικεντρωμένη στο αξίωμα του αυτοκρατορικού κεντρικού σχεδιασμού τύπου Κάιζερ και Ράιχ.

 

Η εγχώρια κάστα των οικονομολόγων που διοικούν το υπουργείο Οικονομικών από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, άσχετα με κόμματα και κυβερνήσεις, παραδίδοντας τα κλειδιά του υπουργείου ο ένας στον άλλον, θα πρέπει καταρχάς να αναλογισθεί ότι ο «θατσερισμός» απέτυχε ως μοντέλο με την πλήρη αποκρατικοποίηση και την καταβαράθρωση των εργασιακών σχέσεων, στρατηγικά. Μπορεί ως μεσοδιάστημα, μέσω κοινωνικού σοκ, να είχε αποτελέσματα, αλλά σε βάθος χρόνου απεδείχθη λάθος. Για να γίνει αυτό κατανοητό, αρκεί να κάνουμε μια επισκόπηση στα στοιχεία της αγγλικής οικονομίας, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη το Σίτι, που είναι κράτος εν κράτει, περιουσιακό στοιχείο της μοναρχίας, και να δούμε την πραγματικότητα της στρατηγικής του «θατσερισμού». Στην παρούσα φάση, στην Ελλάδα, ανακοινώνονται συνεχώς εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων του κράτους. Αεροδρόμια, λιμάνια, δίκτυα, υποδομές, επιχειρήσεις. Επίσης χθες τα Ααλητικά κέντρα, ακόμη και το ΣΕΦ, τα «Ξενία», όλα τα μεγάλα κάμπινγκ, ιαματικές πηγές, όπως της Αιδηψού, μεγάλες παραθαλάσσιες εκτάσεις, σημαντικά αστικά ακίνητα. Το επιχείρημα που χρησιμοποιείται είναι ότι το κράτος αφήνει όλους αυτούς τους πόρους και τα assets αναξιοποίητα ή ότι τα διαχειρίζεται με τέτοιον τρόπο που παράγουν, αντί για έσοδα, ελλείμματα. Η λύση σε αυτό όμως δεν μπορεί να είναι γενικό «ξεπούλημα». Ο σημερινός πρωθυπουργός Α. Σαμαράς είναι και ο ίδιος οικονομολόγος, εμπλέκεται προσωπικά στα θέματα ξένων επενδύσεων με επιτυχία. Η κυβέρνηση η σημερινή προχώρησε σε μια στρατηγικού ορίζοντα αποκρατικοποίηση του ΟΠΑΠ, επίσης με επιτυχία, αφού το κράτος με τη μορφή πάγιας φορολογίας θα λαμβάνει το 30% των μεικτών κερδών. Αρα έσοδα χωρίς υποχρεώσεις, με καθαρό τρόπο. Ομοίως όλες αυτές οι κινήσεις με τα περιουσιακά στοιχεία του κράτους θα πρέπει να δώσουν έσοδα, όχι προσωρινά μέσω τιμήματος που θα πάει στους ξένους πιστωτές, αλλά μόνιμα, που θα χρηματοδοτήσουν το επερχόμενο στην έξοδο από τη διεθνή κρίση κράτος-fund των Ελλήνων.