Ενα απλό τεστ αίματος μετράει την κατάθλιψη!

Μπορεί η νόσος των καιρών, η κατάθλιψη, να μετρηθεί με ένα βιολογικό τεστ; Και μάλιστα με ένα απλό τεστ αίματος; Το ερώτημα έχει τεθεί εδώ και κάποιον καιρό, ιδιαίτερα με την αλματώδη πρόοδο της γενετικής, και οι επιστήμονες συναγωνίζονται να δώσουν μία πρακτική, αξιόπιστη απάντηση. Αυτή τη φορά, η νέα ανακάλυψη έρχεται από την Ιαπωνία. Επιστήμονες από το πανεπιστήμιο Κέιο του Τόκιο μέτρησαν την κατάθλιψη στο αίμα με ποσοστό επιτυχίας που λένε ότι αγγίζει το 82%.

 

Το νέο αιματολογικό τεστ μετρά μέσα σε λίγα λεπτά τα επίπεδα της φωσφορικής αιθανολαμίνης, καθώς, όπως ανακάλυψαν οι ερευνητές, οι χαμηλές συγκεντρώσεις δείχνουν άνθρωπο που υποφέρει από μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Το συμπέρασμα επιβεβαίωσαν με κλινικές δοκιμές σε 66 ανθρώπους, από τους οποίους 31 διαγνώστηκαν ως καταθλιπτικοί. Οι ερευνητές τονίζουν πως με τη βοήθεια του ιατρικού κέντρου Human Metabolome Technologies (ΗΜΤ) το τεστ θα είναι διαθέσιμο στους ψυχιάτρους μέσα στην επόμενη διετία.

 

Ποια είναι η χρησιμότητα ενός τέτοιου τεστ, τη στιγμή που πολλοί επιστήμονες παραδέχονται πως δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο σημείο να διαγιγνώσκουμε με ακρίβεια την κατάθλιψη μόνο με τη βοήθεια της βιολογίας. Ο δρ Γιοσιάκι Οχάσι, διευθυντής του HMT, υποστηρίζει πως «τα ευρήματα θα κάνουν πιο εύκολη μία αντικειμενική, βιολογική διάγνωση των καταθλιπτικών ασθενών». Μάλιστα, τονίζει ότι, σε αντίθεση με παλιότερα αντίστοιχα τεστ που απαιτούσαν εκτενείς αναλύσεις του DNA των λευκών αιμοσφαιρίων στο αίμα, η νέα μέτρηση είναι πολύ πιο απλή και γρήγορη.

 

Τον περασμένο Ιούλιο, Ολλανδοί ερευνητές ανακοίνωσαν πως έχουν εντοπίσει επτά γονίδια που επιβεβαιώνουν τη διάγνωση μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής, ενώ το 2008 ερευνητές από το πανεπιστήμιο Ιλινόις στο Σικάγο ανακάλυψαν ότι η θέση της πρωτεΐνης Gs alpha στον εγκέφαλο «δείχνει» επίσης τους ασθενείς με κατάθλιψη. Και πως, μεταφέροντάς τη σε διαφορετικό σημείο, συμβάλλουν στη θεραπεία, επιτρέποντας την αποτελεσματικότερη μεταφορά στον εγκέφαλο του φυσικού αντικαταθλιπτικού, της σεροτονίνης.

 

 

Μυρτώ Μπούτση

Ετικέτες: