Αλλεργία στα φιστίκια τέλος με ένα «τσιρότο»

Δύο Γάλλοι επιστήμονες έχουν μάλλον άσχημα νέα για τον Σούπερ Γκούφι, αλλά πολύ καλά νέα για χιλιάδες άλλους ανθρώπους οι οποίοι υποφέρουν από αλλεργίες στα φιστίκια. Ο δρ Μπεναμού, σύμβουλος στο νοσοκομείο Saint Vincent de Paul, και ο συνεργάτης του καθηγητής Κριστόφ Ντιπόντ σχεδιάζουν κλινικές μελέτες μίας μεθόδου την οποία έχουν δοκιμάσει με επιτυχία σχετικά με αλλεργίες σε γαλακτοκομικά. Υπολογίζουν πως, με την εφαρμογή της για χρονικό διάστημα ενός έτους, θα μπορούν να αποκλείσουν τις σοβαρές αντιδράσεις στους αλλεργιογόνους καρπούς.

 

Η μέθοδος των Γάλλων παιδιάτρων σχετίζεται με την εφαρμογή ενός αυτοκόλλητου επιθέματος το οποίο αφομοιώνεται από την επιδερμίδα και αποδεσμεύει απειροελάχιστες ποσότητες φιστικέλαιου στον οργανισμό, προσπαθώντας να περιορίσει την έκταση της αντίδρασής του σε πιθανή απότομη έκθεση στα φιστίκια. Ο δρ Μπεναμού παρατηρεί πως «στην καλύτερη περίπτωση εννοούμε πως κάποιο αλλεργικό άτομο θα μπορεί σταδιακά να φάει μικρές ποσότητες φιστικιών, χωρίς αντιδράσεις. Αλλά αυτό το οποίο επιδιώκουμε περισσότερο είναι να καταργήσουμε τις σοβαρές αντιδράσεις οι οποίες σημειώνονται όταν τα αλλεργικά άτομα εκτίθενται στο παραμικρό ίχνος φιστικιού».

 

Ο καθηγητής Γκίντεον Λακ, ο οποίος εργάζεται σε μία από τις κορυφαίες μονάδες αλλεργιών στον κόσμο, στο νοσοκομείο St Mary's, στο Λονδίνο, συμβουλεύει την εταιρία η οποία αναπτύσσει το επίθεμα των Γάλλων επιστημόνων. Υποστηρίζει δε πως «για πολλούς γονείς με αλλεργικά παιδιά θα είναι αρκετή η γνώση πως η έκθεση σε μικρές ποσότητες πρωτεΐνης δεν θα είναι απειλητικές για τη ζωή τους».

 

Η αλλεργία στα φιστίκια, η οποία προκαλείται από κάποιο σφάλμα του ανοσοποιητικού που κάνει τον οργανισμό να αντιδρά υπερβολικά στην απειλή την οποία αντιλαμβάνεται, υποχρεώνει περίπου μισό εκατομμύριο ανθρώπους, ενήλικες και παιδιά, να διατρέχουν πιθανόν ολέθριο κίνδυνο καθημερινά. Χιλιάδες άτομα κυκλοφορούν με ενέσεις επινεφρίνης για να αντιμετωπίσουν πιθανή αναφυλαξία, η οποία μπορεί να οδηγήσει και σε ασφυξία.

 

Υπολογίζεται πως το επίθεμα θα μπορεί να είναι διαθέσιμο σε τρία με τέσσερα χρόνια, ενώ ο δρ Μπεναμού περιγράφει ότι θα έπρεπε «να χρησιμοποιείται καθημερινά και για κάποια χρόνια».

 

 

Αλέξανδρος Μόρντουντακ

Ετικέτες: