Κραυγές από απέναντι...

Μην ξαναφωνάξεις από τα παράλια της Μικράς Ασίας, κύριε Ερντογάν. Δεν σε συμφέρει!

Τι μου λες, κ. Ερντογάν! Ωστε φωνάζεις από τα παράλια της Τουρκίας και σε ακούν στα ελληνικά νησιά;

Φωνάζεις από την Αλικαρνασσό και σε ακούν οι τουρίστες στην Κω; Φωνάζεις από τα βράχια και σε ακούν στη Μυκάλη της Σάμου; Φωνάζεις από το Αϊβαλί και σε ακούν στη Χίο; Φωνάζεις από την Πηγή (Τσεσμέ το λέτε εσείς) και σε ακούν απέναντι στη Λέσβο; Δίκιο έχεις, κ. Ερντογάν. Κι εγώ σε άκουσα και αποφάσισα να κάνω το ίδιο. Πήγα, λοιπόν, στα ελληνικά νησιά κι άρχισα να φωνάζω. Και, για κοίτα τι σου είναι η Ιστορία, εμένα δεν με άκουγαν, απλώς, από απέναντι. Σ' εμένα απαντούσαν κιόλας! Κι εκεί που φώναζα, άρχισε να μου απαντάει από τη Σπάρτη η θεια μου, η Ευβουλία, κι από τα Αλάτσατα η γιαγιά του Μάρκου, η κυρα-Πύρδαινα!

Και από τα Μουδανιά, απάντησε στις φωνές μου ο μπαρμπα-Φώτης, ο αμαξάς, που είχε τα τέσσερα σπίτια στην παραλία, με τον μεγάλο πολυέλαιο, από τον οποίο τον κρέμασαν οι Τσέτες. Και στις φωνές μου, από τη Χιο, απάντησε ολόκληρη η χορωδία της Σμύρνης, που τραγουδούσε μαζί με την Εστουδιαντίνα τον «Καροτσέρη». Πού να στα λέω, κ. Ερντογάν. Με είχε τόσο συνεπάρει η προτροπή σου, που άρχισα να φωνάζω όλο και πιο δυνατά. Και μου απάντησαν από τα Αλάτσατα ο κ. Νίκος και ο κ. Ανδρέας, που είχαν το εργοστάσιο με τις πετσέτες και τα μπουρνούζια, όπου εργάζονταν και οι αδελφές τους, η Γιωργίτσα και η Γιαννούλα, μέχρι που τους τα έκαψαν όλα οι πρόγονοί σου και ήρθαν στον Πειραιά με τα ρούχα που φορούσαν μοναχά! Κι όταν άρχισα να φωνάζω ακόμα πιο δυνατά, μου απάντησαν οι αθλητές του Α.Ο. Πέρα από την Πόλη κι ύστερα άρχισαν να μου απαντούν οι μαθητές από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή σε άπταιστα αρχαία ελληνικά, παρακαλώ!

Κι από τη γέφυρα του Γαλατά μού φώναζαν τα Ελληνόπουλα, που γύριζαν μεσημέρι από το σχολείο, αλλά την άλλη ημέρα δεν ξαναπήγαν, γιατί έγιναν τα Σεπτεμβριανά.
Μην ξαναφωνάξεις από απέναντι, κ. Ερντογάν. Δεν σε συμφέρει!

Η Ακίς