ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΗ «ΨΥΧΗ»

Τον Απρίλιο του 2008, μετά τη μετάδοση ενός τηλεοπτικού αφιερώματος που είχα επιμεληθεί στην ΕΡΤ για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, χτύπησε το κινητό μου. Ηταν Κυριακή βράδυ. Από την άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.


«Καλησπέρα. Σας τηλεφωνούμε από την εφημερίδα “Το Φως”. Σας θέλει ο κύριος Θόδωρος...»

Δεν μου είπε ποιος Θόδωρος, αλλά, αν ήσουν αναγνώστης του «Φωτός», ήξερες ποιος Θόδωρος σε αναζητούσε. Το όνομά του ήταν γραμμένο φαρδιά πλατιά στο λογότυπο της εφημερίδας, ενώ στην «ταυτότητα» δημοσιευόταν έως και η διεύθυνση της οικίας του. Ηταν ο μόλις εκλιπών εκδότης του «Φωτός» Θόδωρος Νικολαΐδης.

«Μικρέ, σε πάω! Ελα από την εφημερίδα να σου πω καμιά ιστορία με τον Καραμανλή, ο οποίος εφιλοξενείτο στο σπίτι μου στη Μύκονο. Αλλά, έλα. Θέλω να σου κάνω και μια πρόταση!» μου είπε με τη βαριά, βροντώδη φωνή του. Πράγματι, την επομένη πήγα στις εγκαταστάσεις της εφημερίδας στη λεωφόρο Αθηνών. Πέρασα για λίγο από το γραφείο του Φαίδωνα Κωνσταντουδάκη και μετά βρέθηκα στο γραφείο του. Η γνωριμία μαζί του ήταν μια μεγάλη έκπληξη. Ογδόντα τριών ετών τότε κι όμως ήταν κάθε μέρα μέχρι αργά το βράδυ στην εφημερίδα. Εφημεριδάς μέχρι μυελού οστέων! Με τα μεγάλα γυαλιά και τη γραβάτα μονίμως λυτή, αλά Κότζακ, ο Νικολαΐδης μού είπε μερικές ιστορίες και μπήκε στο «ψητό»:

«Ξέρεις γιατί σε φώναξα; Η εφημερίδα θέλει ανανέωση. Θέλω να αναλάβεις να μου κάνεις μερικές μεγάλες συνεντεύξεις “εκ βαθέων”!»
«Σαν ποιους θέλεις, κύριε Θόδωρε;» ρώτησα.
«Θέλω τον Κόκκαλη, τον Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, τη Γιάννα, τον Τίγρη - ξέρεις εσύ...»

Συμφώνησα, αλλά γνώριζα ότι η απόπειρα ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη: Σχεδόν κανείς από όσους ήθελε ο κύριος Θόδωρος δεν μιλά... Ομως, η συνάντησή μας εκείνη ήταν η αρχή μιας ωραίας φιλίας. Οταν τα πράγματα στην πολιτική στράβωναν, ο Νικολαΐδης με καλούσε και ζητούσε ενημέρωση. Πολλές φορές κατηφόριζα στο «Φως». Τρία πράγματα μου έκαναν βαθιά εντύπωση σε αυτόν τον άνθρωπο. Το πρώτο ήταν η αγάπη του για τους εργαζομένους του. Απ’ όσο ξέρω, δεν είχε μειώσει τον μισθό σε κανέναν μέσα στην κρίση. «Μανώλη, δεν το σηκώνει η καρδιά μου! Τα πληρώνω από την τσέπη μου. Με τι μούτρα θα τους μειώσω τον μισθό; Μια ζωή είμαστε μαζί» έλεγε.

Το δεύτερο ήταν η βαθιά αγάπη του για το ποδόσφαιρο. Ενα βράδυ σταμάτησε ξαφνικά τη συνομιλία μας, όταν έμαθε ότι φεύγει ο γκολτζής Τζιμπούρ από τον Ολυμπιακό. Συμπεριφέρθηκε λες και είχε πέσει η κυβέρνηση! «Πρέπει να διακόψουμε. Εχουμε ραγδαίες εξελίξεις!» είπε και με άφησε σύξυλο. Από την πρώτη εβδομάδα που ανέλαβε φέτος ο Μπέντο ως προπονητής του Ολυμπιακού μουρμούραγε: «Τι τον πήρανε αυτόνε; Αφού δεν ξέρει μπάλα!»
Και το τρίτο, η βαθιά αγάπη του για τον Ολυμπιακό, η οποία «φρέναρε» την αντιπάθεια που είχε για κάποιους από τους προέδρους του.

Το μεγαλείο του Νικολαΐδη έβαζε πάντα την ομάδα πάνω από τα συναισθήματά του. Κατά καιρούς, μου διηγήθηκε ιστορίες με τον Γουλανδρή, τον Νταϊφά, τον Κόκκαλη, τον Μπάγεβιτς, τον Ιωαννίδη, τον Μαρινάκη. Αλλους τους συμπαθούσε και άλλους τους αντιπαθούσε - δεν θα πω ποιους. Τελευταία ανησυχία του ήταν μην πληγεί ο Ολυμπιακός ως σύλλογος από τις δικαστικές εξελίξεις για τα στημένα. Προσοχή: Ο Ολυμπιακός, όχι τα πρόσωπα.

Με ρωτούσε συνεχώς για τον Κοντονή. Αφιερώνω εκτάκτως τη στήλη σήμερα στον Θόδωρο Νικολαΐδη σε ένδειξη σεβασμού προς έναν άνθρωπο ο οποίος εργαζόταν έως τα 92 του, είχε εκδοτικές αρχές και ήταν ηγέτης στον χώρο του. Θεωρώ τον εαυτό μου ευλογημένο που τον γνώρισα.

Μανώλης Κοττάκης