Η συμφωνία μεταξύ Βουλγαρίας - Σκοπίων και η ελληνική αντίδραση

Η προ εβδομάδος υπογραφή Συμφώνου Καλής Γειτονίας και Συνεργασίας Βουλγαρίας - ΠΓΔΜ αποτέλεσε έκπληξη, καθώς η Σόφια είχε μεν ενημερώσει, τον Ιούνιο, την Αθήνα και την Ε.Ε. για τις σχετικές διαπραγματεύσεις...

Από τον 
Αλέξανδρο Τάρκα

...αλλά είχε προσθέσει ότι δεν θα ολοκληρώνονταν, χωρίς αυστηρές ρήτρες περί σεβασμού της Ιστορίας και παραίτησης από μειονοτικές και αλυτρωτικές διεκδικήσεις. 

Ωστόσο, η βουλγαρική πλευρά δεν ζήτησε, τελικά, από τα Σκόπια κάτι σημαντικά περισσότερο από την αναπαραγωγή και την επιβεβαίωση της διμερούς Κοινής Διακήρυξης που είχε υπογραφεί τον Φεβρουάριο του 1999, δηλαδή τις παραμονές του πολέμου στο Κόσοβο, όταν η ΠΓΔΜ φοβόταν και τη δική της εμπλοκή, εμφύλιο ή και διάλυση, και ήθελε να καλύψει τα νώτα της από τη Σόφια.

Η διακήρυξη του 1999 είχε ήδη επαναβεβαιωθεί με άλλο Κοινό Μνημόνιο τον Ιανουάριο του 2008, όταν πάλι τα Σκόπια αναζητούσαν συμμάχους τις παραμονές της Συνόδου του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, τον Απρίλιο του ίδιου έτους, με τη γνωστή σταθερή στάση της κυβέρνησης Καραμανλή.

Οι συγκεκριμένες ρήτρες, που θα αποτελούσαν απόδειξη αλλαγής πολιτικής (και όχι μόνο ευχολόγια και υποσχέσεις) της νέας κυβέρνησης της ΠΓΔΜ υπό τον πρωθυπουργό Ζόραν Ζάεφ, είτε δεν ζητήθηκαν από τη Σόφια μέχρι τέλους είτε απορρίφθηκαν από τα Σκόπια.

Επομένως, το Σύμφωνο του Αυγούστου 2017 αποτελεί συνέχεια και αναβάθμιση των διπλωματικών κειμένων του 1999 και του 2008, μαζί με ολίγη από διμερή οικονομική συνεργασία, αλλά δεν αποδεικνύει πραγματική αλλαγή γραμμής της ΠΓΔΜ και -πολύ περισσότερο- δεν μπορεί να αποτελέσει πρόκριμα για τις συζητήσεις με την Ελλάδα.

Επί της ουσίας, μεγαλύτερο ενδιαφέρον από καθεαυτό το περιεχόμενο του Συμφώνου έχουν, πρώτον, η διαπραγματευτική υπαναχώρηση της Σόφιας και, δεύτερον, η διάταξη ότι η Βουλγαρία θα μοιραστεί, με την ΠΓΔΜ, την εμπειρία της για την εκπλήρωση των κριτηρίων ένταξης στην Ε.Ε. και θα υποστηρίξει την ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα δύο αυτά στοιχεία, μαζί με την επιλογή του χρόνου υπογραφής, εξυπηρετούν όσες δυνάμεις επιθυμούν την ταχεία ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και, κυρίως, χωρίς τους όρους της προηγούμενης επίλυσης της διαφοράς με την Ελλάδα για την ονομασία και της εδραίωσης, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, καλών γειτονικών σχέσεων Αθήνας - Σκοπίων.

Παράλληλα, αν και δεν υπάρχει λόγος η Αθήνα να παρασυρθεί σε ένταση με τη Σόφια που αποτελεί εταίρο στην Ε.Ε. και σύμμαχο στο ΝΑΤΟ και στην αντιμετώπιση της μουσουλμανικής διείσδυσης στα Βαλκάνια, είναι σαφές ότι η Βουλγαρία δεν μπορεί να παίξει μεσολαβητικό ρόλο, όπως επιθυμούσαν ο πρόεδρός της Ρ. Ράντεφ και ο πρωθυπουργός Μπ. Μπορίσοφ.

Σύμφωνα με άριστα πληροφορημένες πηγές, η βουλγαρική πλευρά είχε μεταφέρει σε Ελληνα κορυφαίο συνομιλητή της την εκτίμηση ότι πρέπει να στηριχθεί η «νέα συμπεριφορά» του κ. Ζάεφ και του υπουργού Εξωτερικών Ν. Ντιμιτρόφ.

Είχε διατυπωθεί, επίσης, βουλγαρική έκκληση να επιδειχθεί κατανόηση και ανωτερότητα από την Αθήνα για μεγάλο διάστημα, καθώς θα απαιτηθεί χρόνος μέχρι οι εχθρικές δηλώσεις και οι αντιδράσεις εντός της ΠΓΔΜ να μετριαστούν ή να εκλείψουν.

Η απάντηση του Ελληνα, υψηλά ιστάμενου, παράγοντα ήταν η υπενθύμιση της απλής αλήθειας ότι, αν και η ΠΓΔΜ επιβιώνει οικονομικά -από τα μέσα της δεκαετία του ’90- χάρη στην Ελλάδα, εμμένει στην αδιάλλακτη τακτική και αρνείται -και επί της κυβέρνησης Ζάεφ- να μετατρέψει τις λεκτικές διακηρύξεις σε πολιτικές πράξεις.

Η ξαφνική βουλγαρική στροφή είναι γεγονός ότι μειώνει τα ερείσματα της Ελλάδας, επί του θέματος της ΠΓΔΜ, στα Βαλκάνια, στην Ε.Ε. και την Ατλαντική Συμμαχία.

Οπως θα αποδειχθεί όμως για πολλοστή φορά τις επόμενες εβδομάδες και τους επόμενους μήνες, η πολιτική, οικονομική και διπλωματική πραγματικότητα δείχνει ότι η ευημερία των Σκοπίων και η ένταξή τους στις ευρωατλαντικές δομές εξαρτώνται από την Ελλάδα.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη.