ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ «ΑΓΚΑΘΙΑ» ΓΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΙΤΑΛΙΑ

Οι αυριανές συνομιλίες των πρωθυπουργών Ελλάδας - Ιταλίας Αλέξη Τσίπρα και Πάολο Τζεντιλόνι, στην Κέρκυρα, θα προσφέρουν την ευκαιρία πανηγυρισμών και ενίσχυσης των εντυπώσεων περί συγκρότησης του -ανύπαρκτου- «μετώπου του Νότου» στην Ε.Ε. μία εβδομάδα μετά τη θετική εικόνα της επίσκεψης του Γάλλου προέδρου Εμ. Μακρόν. 

Ωστόσο, αν και οι σχέσεις Αθήνας - Ρώμης παραμένουν διαχρονικά στενές, υφίστανται τέσσερις εκκρεμότητες που δεν θα επιλυθούν ούτε και αυτή τη φορά, διαλύοντας τις αυταπάτες για διαμόρφωση ισχυρής φωνής έναντι των κυρίαρχων επιλογών της Γερμανίας και του ευρωπαϊκού Βορρά.

Πρώτα απ’ όλα, η ιταλική κυβέρνηση υιοθετεί πλήρως από τον Μάρτιο (με τη συμβολική ευκαιρία των τότε εορταστικών εκδηλώσεων για τα 60 χρόνια της Ιδρυτικής Συνθήκης της Ρώμης) την πρόταση της καγκελαρίου Μέρκελ περί Ευρωπαϊκής Ενωσης πολλών ταχυτήτων, στις οποίες τα κράτη-μέλη θα βρίσκονται, ανάλογα με το θέμα και τις επιδόσεις τους, σε υψηλή ή υποδεέστερη θέση. Για παράδειγμα, η Ελλάδα ως φύλακας των ανατολικών συνόρων της Ε.Ε. θα βρίσκεται στην πρώτη ταχύτητα σε θέματα άμυνας και ασφάλειας, αλλά ταυτόχρονα στην τελευταία ταχύτητα του ευρώ ως χώρα με οικονομία σε κρίση και προβληματικές αναπτυξιακές προοπτικές.

Καλά πληροφορημένες διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι ο κ. Τζεντιλόνι θα προβεί σε δημόσιες τοποθετήσεις υπέρ της επανεξέτασης των δομών της Ε.Ε., αλλά δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι, πέραν του κ. Τσίπρα, θα πραγματοποιήσει παρόμοιες συνομιλίες με τους ηγέτες κι άλλων κρατών-μελών, στοχεύοντας σε μείξη των απόψεων Βορρά και Νότου.

Το δεύτερο κεφάλαιο διαφορετικών χειρισμών Ελλάδας - Ιταλίας είναι το Μεταναστευτικό - Προσφυγικό. Οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν το κοινό βάρος υποδοχής του μέγιστου μέρους των πραγματικών προσφύγων και των οικονομικών κι άλλων παράνομων μεταναστών που φθάνουν στην Ε.Ε. Επίσης, αντιμετωπίζουν το κοινό πρόβλημα της άρνησης των υπόλοιπων εταίρων να εφαρμόσουν τις αποφάσεις περί ισόρροπης κατανομής και μετεγκατάστασής τους σε όλες τις χώρες-μέλη. Ωστόσο, παράλληλα, η Αθήνα και η Ρώμη ανταγωνίζονται ανοιχτά για μεγαλύτερο μερίδιο από τα κονδύλια της Ε.Ε. για τον χειρισμό της ανθρώπινης πλημμυρίδας από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, ενώ είναι ορατή, αν και επισήμως συγκαλυμμένη, η αμοιβαία ελπίδα ότι οι νέοι αφικνούμενοι θα προτιμήσουν τη μία οδό αντί της άλλης.

Ενδεικτικό είναι ότι, παρά τον έντονο προβληματισμό των προηγούμενων μηνών, οι αφίξεις στην Ιταλία, μέσω της κεντρικής Μεσογείου, μειώθηκαν σχεδόν 80% τον Αύγουστο έναντι του αντίστοιχου περσινού μήνα, σε αντίθεση με την ανησυχητική αύξηση στο Αιγαίο και γενικότερα στην ανατολική Μεσόγειο.
Το τρίτο «αγκάθι» των ελληνοϊταλικών σχέσεων εντοπίζεται στην απελπιστικά αργή πρόοδο σε θέματα διμερούς συνεργασίας. Στο αμιγώς πολιτικό πεδίο προκαλεί εντύπωση η καθυστέρηση της Ρώμης να εγκρίνει τη συμφωνία οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών στην περιοχή Ιονίου - Αδριατικής. Επί της ουσίας, από τον Σεπτέμβριο του 2013, που ο τότε πρωθυπουργός Ενρίκο Λέτα συγκρότησε μία τεχνική επιτροπή που θα μελετούσε τη διεύρυνση της ελληνοϊταλικής συμφωνίας του 1977 για την υφαλοκρηπίδα, ώστε να καλύψει και την ΑΟΖ, έχουν παρουσιαστεί μόνο κάποια νέα νομικά προσχέδια. Είχε προηγηθεί στην αμέλεια (ή σκόπιμη κωλυσιεργία, κλείνοντας το μάτι προς την Αλβανία και την Τουρκία) ο πολυδιαφημισμένος «σοφός» Μάριο Μόντι και ακολούθησαν οι Λέτα, Ρέντσι και Τζεντιλόνι.

Τέταρτος τομέας έλλειψης προόδου είναι η οικονομική συνεργασία. Από τη μία πλευρά, χάρη στον ιδιωτικό τομέα, προχωρεί γοργά η κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου TAP και έχει κατατεθεί η υποψηφιότητα της ιταλικής SNAM για την ιδιωτικοποίηση του ΔΕΣΦΑ, αλλά από την άλλη οι κυβερνήσεις Αθήνας και Ρώμης δεν έχουν προωθήσει την (όντως πολύ δαπανηρή και τεχνικά δυσχερέστατη) πρόταση για τον αγωγό EastMed.

Επαρκής χρηματοδότηση δεν έχει εξασφαλιστεί και οι εμπλεκόμενοι μάλλον αναμένουν την επιλογή του Ισραήλ (υπέρ του EastMed ή του αγωγού προς Τουρκία), πριν αναλάβουν άλλες πρωτοβουλίες.

Αλέξανδρος Τάρκας 

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και
σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού
ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη.