ΑΥΣΤΗΡΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΙΚΗΤΡΙΑΣ ΜΕΡΚΕΛ

Η αναμενόμενη εκλογική νίκη των Χριστιανοδημοκρατών και της Ανγκελα Μέρκελ έναντι των Σοσιαλδημοκρατών του Μάρτιν Σουλτς, που -σε αντίθεση με τις ελπίδες τις οποίες είχαν εναποθέσει σε αυτόν ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ- έχει καταντήσει να υφίσταται, κυριολεκτικά, τα γέλια του κοινού σε τηλεοπτικές εμφανίσεις του, προκαλεί σειρά ερωτημάτων για τις σχέσεις Αθήνας - Βερολίνου την προσεχή περίοδο.

Κορυφαίο θέμα είναι, ασφαλώς, η γερμανική στάση ως προς το ελληνικό δημόσιο χρέος, ταυτόχρονα με τη λήξη του τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2018. Ανεξάρτητα από την παραμονή ή μη του Β. Σόιμπλε στο υπουργείο Οικονομικών ή την αντικατάστασή του από άλλον χριστιανοδημοκράτη ή από στέλεχος του μικρότερου εταίρου της κυβέρνησης συνασπισμού, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να επιτρέπει αισιοδοξία για ουσιαστική αλλαγή της γερμανικής στάσης.

Οι πληροφορίες ελληνικών και ξένων διπλωματικών πηγών συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η ίδια η κυρία Μέρκελ εξακολουθεί, υπό προϋποθέσεις, να υποστηρίζει μόνο τη ρύθμιση ή ελάφρυνση εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας, χωρίς να εξετάζει εισηγήσεις περί ουσιαστικής αναδιάρθρωσης ή διαγραφής μέρους του.

Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι ο κ. Σόιμπλε και τα ανώτερα υπηρεσιακά στελέχη του υπουργείου Οικονομικών εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν, όπως και παλαιότερα, «με αποτροπιασμό» οποιαδήποτε σκέψη πέραν της ελάφρυνσης του χρονοδιαγράμματος πληρωμών. Παρόμοια άκαμπτη στάση θα τηρήσει η νέα κυβέρνηση της Γερμανίας και σε άλλα οικονομικά ζητήματα ευρύτερου ευρωπαϊκού -και όχι μόνο ελληνικού- ενδιαφέροντος.

Σε μια περίοδο όπου η Αθήνα χρειάζεται και το τελευταίο ευρώ ενισχύσεων και έχει επιτύχει μεγάλη απορροφητικότητα κοινοτικών κονδυλίων, το Βερολίνο διαμηνύει στην Κομισιόν ότι υποστηρίζει μείωση δαπανών του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (MFF) μετά το 2020, όπως και των κονδυλίων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Πρακτικά, η γερμανική επιλογή σημαίνει ότι η Ελλάδα και άλλες χώρες του Νότου δεν θα έχουν πρόσβαση σε μεγάλα κεφάλαια τα (πολλά) επόμενα χρόνια. Υφίσταται μόνο μικρή πιθανότητα διαφοροποίησης των προτεραιοτήτων δαπανών του MFF για τις νέες ανάγκες αντιμετώπισης της μεταναστευτικής κρίσης και των απειλών κατά της ασφάλειας, αλλά θα πρόκειται για μερική ανακούφιση των αναγκών της Ελλάδας, που προασπίζει τα ανατολικά σύνορα της Ε.Ε.

Στο διπλωματικό πεδίο, το κύριο ερώτημα είναι αν η κυρία Μέρκελ, τα αρμόδια τμήματα της Καγκελαρίας και το υπουργείο Εξωτερικών θα υιοθετήσουν επίσημα την προεκλογική γραμμή κατά της Τουρκίας, με διακοπή των διαπραγματεύσεων ένταξής της στην Ε.Ε. Στην παρούσα φάση, δεν είναι δυνατόν να διατυπωθεί ασφαλής πρόβλεψη, για τον απλό λόγο ότι η εσωτερική συζήτηση στο Βερολίνο θα αρχίσει μετά τη συγκρότηση του νέου συνασπισμού, που θα απαιτήσει έναν ή ίσως και δύο μήνες μετά τις εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου.

Πάντως, ως πλέον πιθανή εξέλιξη αναφέρεται η διαμόρφωση ενός μείγματος πολιτικής που θα αναβάλλει ή θα διακόπτει τις ενταξιακές συνομιλίες, με παράλληλη συνέχιση χρηματοδότησης της Αγκυρας για την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής-προσφυγικής κρίσης με εξεύρεση κονδυλίων από τον προϋπολογισμό της Ε.Ε. και όχι διμερώς από τους εθνικούς προϋπολογισμούς. Κατά ανάλογο τρόπο ευνοείται η αναστολή των διαπραγματεύσεων αναθεώρησης της τελωνειακής ένωσης Ε.Ε. - Τουρκίας, με ταυτόχρονη διατήρηση των ρυθμίσεων της Κοινής Δήλωσης του Μαρτίου του 2016, οι οποίες το τελευταίο δίμηνο κλονίζονται λόγω των αυξημένων μεταναστευτικών-προσφυγικών ροών προς τα νησιά του Αιγαίου, χωρίς ανάλογες «επιστροφές» στο τουρκικό έδαφος.
Κατά τη γερμανική εκδοχή, που, σε μεγάλο βαθμό, συμμερίζεται και η ελληνική Διπλωματική Υπηρεσία, η Αγκυρα έχει περισσότερα να κερδίσει τηρώντας, παρά εγκαταλείποντας, την Κοινή Δήλωση.

Αντίθετα, κανένα συγκεκριμένο στοιχείο δεν υπάρχει για τη γερμανική στάση ως προς την ΠΓΔΜ και την προσπάθεια ένταξής της στο ΝΑΤΟ, χωρίς επίλυση του ονοματολογικού. Το Βερολίνο αναφέρεται μόνο στην ανάγκη αποτροπής αστάθειας ή νέας κρίσης στα Βαλκάνια, χωρίς να εξηγεί γιατί θέλει να κλονίσει τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή.

 Αλέξανδρος Τάρκας

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη.