Εσβησαν τα σημάδια της λεύκης

Με μεταμόσχευση μελανοκυττάρων επανέφεραν το χρώμα της επιδερμίδας

Mε μεταμόσχευση μελανοκυττάρων από υγιείς περιοχές του δέρματος προς τις περιοχές που έχουν υποστεί βλάβη και την ενεργοποίησή τους με τη βοήθεια λέιζερ κατάφεραν επιστήμονες να «σβήσουν» τα σημάδια της λεύκης, επαναφέροντας το φυσιολογικό χρώμα της επιδερμίδας. 


Η νέα τεχνική, με το όνομα ReNovaCell, ενδείκνυται για μικρές βλάβες, ωστόσο προσφέρει ελπίδα στους ασθενείς με λεύκη για τους οποίους κάθε άλλη διαθέσιμη θεραπευτική επιλογή έχει αποτύχει.

Οι πρώτες μελέτες που έχουν δημοσιευτεί από την εφαρμογή της μεθόδου στις ΗΠΑ αναφέρουν πολύ καλά αποτελέσματα και διατήρηση του φυσιολογικού χρώματος της επιδερμίδας πέντε χρόνια μετά την εφαρμογή.
Η λεύκη είναι μια από τις πιο κοινές αυτοάνοσες δερματοπάθειες, που οδηγούν στη βλάβη και την απώλεια των μελανοκυττάρων, των κυττάρων που παράγουν τη μελανίνη και δίνουν το χρώμα στο δέρμα.

Ως αποτέλεσμα, άσπρες πλάκες ή κηλίδες κάνουν την εμφάνισή τους σε διάφορα μέρη του σώματος του ασθενούς (στο πρόσωπο, στον λαιμό, στα βλέφαρα, στη μύτη, στους καρπούς, σε περιοχές που έχουν υποστεί τραυματισμό, ακόμη και μέσα στο στόμα). Λεύκη εμφανίζει περίπου 1 στα 200 άτομα και το 50% των ασθενών εκδηλώνει τη νόσο γύρω στα 20 χρόνια του. Ορμονικές αλλαγές, ένας τοκετός ή ακόμη και τραύματα έχουν συνδεθεί με την πυροδότηση της νόσου.

Οριστική θεραπεία για τη νόσο ως σήμερα δεν υπάρχει, ωστόσο η πρώιμη εφαρμογή κάποιων τοπικών στεροειδών που μειώνουν τη φλεγμονή και κρέμας με βιταμίνη D φαίνεται ότι προστατεύουν τα μελανοκύτταρα και περιορίζουν την εξέλιξη της νόσου.
Καλά αποτελέσματα στον επαναχρωματισμό της επιδερμίδας έχουν επίσης οι ουσίες pimecrolimus και tacrolimus, που χρησιμοποιούνται στο έκζεμα.

Σε περίπτωση αποτυχίας των παραπάνω μπορεί να χρησιμοποιηθεί φωτοθεραπεία με UVB ακτινοβολία στενού φάσματος, με ή χωρίς tacrolimus, ενώ μια άλλη θεραπεία, που όμως δεν συστήνεται σε άτομα με πολύ ανοιχτό δέρμα, γιατί μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για καρκίνο του δέρματος, είναι η φωτοχημειοθεραπεία (PUVA), στο πλαίσιο της οποίας χορηγείται στον ασθενή ψωραλένιο, μια ισχυρή φωτοευαισθητοποιός ουσία, και στη συνέχεια πραγματοποιείται UVΑ φωτοθεραπεία.