17 Νοέμβρη: Καιρός να θάψουμε το πτώμα

Χόρτασε η πατρίδα από σοσιαλισμό. Διότι ο σοσιαλισμός τελειώνει εκεί όπου τελειώνουν τα χρήματα των άλλων

Από τον 
Ραφήλ Καλυβιώτη*

Το πρώτο βασικό μάθημα που «λάβαμε» ως νέα γενιά είναι ότι τη στρατιωτική δικτατορία την έριξε το κίνημα του Πολυτεχνείου και όχι τα βίαια γεγονότα στην Κύπρο. Οπως το σκληρό μετεμφυλιακό κράτος χρειαζόταν το αφήγημα του «αντικομμουνισμού», έτσι και το μεταπολιτευτικό κράτος χρειαζόταν τον ιδρυτικό μύθο του «Πολυτεχνείου». Η γενιά του Πολυτεχνείου λειτούργησε όπως οι κονκισταδόρες, οι Ισπανοί κατακτητές του 16ου αιώνος, που πέτυχαν να γίνουν κύριοι της Κεντρικής και της Νοτίου Αμερικής. Οπως οι κονκισταδόρες δεν δίστασαν να καταληστεύσουν τον νέο, παρθένο κόσμο που κατέλαβαν, έτσι και η γενιά του Πολυτεχνείου δεν δίστασε να καρπωθεί όλο τον πλούτο νέας Ελλάδος που αναδυόταν και να καταληστεύσει το μέλλον της σημερινής γενιάς. Εζησε δηλαδή εις βάρος των παιδιών της.

Το καθοριστικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή ήταν η πολιτική των δανεικών. Ο ισοσκελισμένος Προϋπολογισμός θεωρήθηκε ως κάτι το «αναχρονιστικό», ενώ τα ελλείμματα άρχισαν να γίνονται αισθητά. Σε δηκτική ερώτηση γνωστού οικονομολόγου της εποχής για την αναπόφευκτη χρεοκοπία της Ελλάδος ως συνέπεια αυτής της πολιτικής, ο Ανδρέας Παπανδρέου, εμπνευστής του κεϊνσιανισμού αλά γκρέκα, φημολογείται ότι απήντησε «ναι, αλλά εγώ δεν θα ζω τότε». Είτε είναι αληθής αυτή η δήλωση είτε είναι ψευδής, καταδεικνύεται πίσω από αυτήν ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης ηγετών και ψηφοφόρων για το πώς πίστευαν ότι πρέπει να λειτουργεί το κράτος.

Το Δημόσιο στην Ελλάδα έφτασε να αποτελεί το ένα πέμπτο του εργατικού δυναμικού της χώρας. Το ασφαλιστικό σύστημα άρχισε να καταρρέει και ο ατομιστικός τρόπος ζωής κυριάρχησε παντού με σφοδρές δημογραφικές συνέπειες (όπου από το 2040 η γήρανση θα μετατραπεί σε καθαρή απώλεια γηγενούς πληθυσμού, με ρυθμό 1.000.000 τη δεκαετία). Οι δημόσιοι υπάλληλοι που προσλαμβάνονταν δεν ανέρχονταν στις θέσεις τους με αξιοκρατικά κριτήρια, αλλά με αμιγώς πελατειακά. Κομματικοί συνδικαλιστές ήλεγχαν όχι μόνον τον δημόσιο τομέα, αλλά φυτοζωούσαν και στον ιδιωτικό. Μέσα σε αυτό το κλίμα της ανεύθυνης και εγωιστικής ευμάρειας, το μόνο υγιές κομμάτι της ελληνικής οικονομίας, η ελληνική βιομηχανία, κρατικοποιήθηκε.

Από το ελληνικό βιομηχανικό στερέωμα 45 εργοστασιακά συγκροτήματα «κοινωνικοποιήθηκαν» κατά την προσφιλή φράση του «κινήματος του ανατέλλοντος πράσινου ηλίου». Προτού η γενιά του Πολυτεχνείου αναλάβει τα ηνία και έως τη δεκαετία του ’80, η Ελλάδα ήταν μία βιομηχανική χώρα, με ισχυρότατη εξαγωγική τσιμεντοβιομηχανία, που ανταγωνιζόταν επάξια τις αντίστοιχες της Αγγλίας και της Γαλλίας. Η ελληνική χαλυβουργία με το ισχυρό νικέλιο ανταγωνιζόταν τις αντίστοιχες αγγλική και ιταλική. Το ελληνικό αλουμίνιο, τα ελληνικά ναυπηγεία (που εδώ και χρόνια είναι κλειστά λόγω συνδικαλισμού και μέχρι νεωτέρας…), η ελληνική χαρτοβιομηχανία (Αθηναϊκή Χαρτοποιία), η βιομηχανία ελαστικών της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας (προτού αποχωρήσουν για την Τουρκία), οι καινοτόμοι πλαστικοί σωλήνες του εργοστασίου Πετζετάκι, τα ελληνικά αμυντικά συστήματα και πολλοί άλλοι τομείς της παραγωγικής μας ζωής καθιστούσαν την πατρίδα μας μια χώρα όχι μόνον αυτάρκη αλλά και εξαγωγική.

Η γενιά του Πολυτεχνείου εδραίωνε το νεομαρξιστικό αφήγημά της πάνω στη φράση «κάτω η ολιγαρχία που πίνει το αίμα του λαού». Πίστευε ότι θα κοροϊδέψει τους «Κουτόφραγκους» με τις επιδοτήσεις, οι οποίες κατέληγαν στο να αγοράζουν οι αγρότες ακριβά αυτοκίνητα και να εμπλουτίζουν τη σεξουαλική τους ζωή. Μία στιβαρή επιχείρηση της τότε βιομηχανικής ζωής ήταν και η ΙΖΟΛΑ της θρυλικής οικογένειας Δράκου. Ο Γεώργιος Δράκος αποτυπώνει το κλίμα της εποχής: «Στην αρχή ζούσαμε από τα εμβάσματα των Ελλήνων του εξωτερικού, μετά από τους πόρους που συνέρρευσαν από το Σχέδιο Μάρσαλ, από την Κοινότητα αργότερα. Κανείς υπεύθυνος πολιτικός δεν είπε στους Ελληνες να αναπροσαρμόσουν την παραγωγή τους και να την κατευθύνουν σε προϊόντα διεθνώς ανταγωνιστικά. Αντιθέτως, χρησιμοποιήθηκαν για έργα βιτρίνας και για την ανοικοδόμηση βιλών στα χωριά».

Οταν ο κύριος εργοδότης της μεταπολιτευτικής ελληνικής οικονομίας ήταν το κράτος, δεν είναι τυχαίο που η κουλτούρα που δημιουργείται θα είναι εξαρτημένη από αυτό. Είναι πολύ πιο εύκολο για έναν άνθρωπο να ρίχνει τις ευθύνες που του αναλογούν αλλού. Η μεταπολιτευτική γενιά δεν χρέωσε μόνο τις επόμενες. Δημιούργησε έναν ανθρωπότυπο από όπου απουσιάζει η ατομική ευθύνη. Δεν φταίμε ποτέ εμείς. Φταίει ο Αμερικανός, φταίει ο αδηφάγος καπιταλισμός, φταίει το κράτος, φταίνε τα λαμόγια, φταίνε όλοι οι άλλοι εκτός από εμάς. Το μεταπολιτευτικό πτώμα που πρέπει να θάψουμε τη 17η Νοεμβρίου είναι αυτό της ανευθυνότητας και της σοσιαλμανίας. Χόρτασε η πατρίδα μας από σοσιαλισμό. Διότι ο σοσιαλισμός τελειώνει εκεί όπου τελειώνουν τα χρήματα των άλλων.

*Πρόεδρος του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών, rkaliviotis@gmail.com