Περί πατριωτισμού και δήθεν πατριωτών

Αυτοί που ενεπλάκησαν στη διαδικασία εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων προσπαθούν τώρα να εξωραΐσουν τη στάση τους

Από τον
Γιάννη Κουριαννίδη*

Τα πράγματα είναι απλά: Πατριωτισμός είναι η αγάπη προς την πατρίδα. Η αγάπη, δηλαδή, προς τη γη και την κληρονομιά των πατέρων μας, των προγόνων μας. Αυτό είναι κάτι έμφυτο στον άνθρωπο. Δεν χρειάζεται επιχειρήματα για να ενισχυθεί και δεν απαιτεί ωραιοποιήσεις.
Η υπεράσπιση των πατρίων είναι αυτονόητη. Τη γη, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τους ανθρώπους μας, την ταυτότητα και τα ιερά μας τα υπερασπίζεται η άδολη και μέχρι αυτοθυσίας στάση των πολιτών - και στον πόλεμο και στην ειρήνη.

Το τι είναι, λοιπόν, πατριωτισμός δεν απαιτεί περαιτέρω προσέγγιση και ανάλυση. Το τι είναι αυτό που μας ωθεί να συμπεριφερόμαστε έτσι, να μην υπολογίζουμε δηλαδή ακόμη και τη ζωή μας για την υπεράσπιση των πατρίων, είναι πράγματι μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Την αιτιολόγηση μπορούμε να την προσεγγίσουμε μόνο μέσα από την εξέταση του συστήματος αξιών που έχουν διαμορφώσει ένα έθνος, δηλαδή ένας λαός στην ιστορική πορεία του, που συνιστούν και τον τρόπο με τον οποίο αυτό αντιλαμβάνεται τη συλλογική ύπαρξή του. Το ελληνικό έθνος, αναμφισβήτητα, στην κορυφή του αξιακού συστήματός του έχει την έννοια της ελευθερίας, κάτι που αποτυπώνεται όχι μόνο στον εθνικό ύμνο του, αλλά και στη διαχρονική στάση των μελών του έναντι των ιστορικών προκλήσεων, από τις Θερμοπύλες και την Κωνσταντινούπολη μέχρι το «Οχι» του 1940.

Μιλώντας, λοιπόν, για αιτιολόγηση του πατριωτισμού, η μετατόπισή του από το συναίσθημα στη λογική, από το ένστικτο στη συνείδηση, ουσιαστικά ομιλούμε για εθνικισμό, ο οποίος μπορεί να είναι ευγενικός και αλτρουιστικός, όπως ο ελληνικός, επειδή στηρίζεται σε πανανθρώπινες αξίες, όπως η ελευθερία, μπορεί όμως να είναι και βάρβαρος και επεκτατικός, όπως ο γερμανικός, που βασίζεται στο δόγμα της επιβολής και της κυριαρχίας «υπεράνω όλων».
Για να επανέλθουμε, όμως, στη συζήτησή μας περί πατριωτισμού, θα πρέπει να τονίσουμε ότι αυτοί που προσπαθούν να τον προσδιορίσουν και να τον εννοιολογήσουν για τους λόγους που προαναφέραμε ουσιαστικά προσπαθούν να κάνουν κάτι ανέφικτο, αφού ένα ένστικτο δεν επιδέχεται τέτοια προσέγγιση.

Αυτό που στην ουσία προσπαθούν να εξηγήσουν είναι οι αντιπατριωτικές επιλογές τους, στις οποίες προσπαθούν να προσδώσουν μια επίφαση πατριωτισμού. Η εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας σε ξένα κέντρα αποφάσεων είναι σαφέστατα αντιπατριωτική πράξη, η οποία για να γίνει αποδεκτή πρέπει να αιτιολογηθεί επαρκώς και να αποκτήσει χαρακτηριστικά πατριωτισμού. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στα Μνημόνια που βιώνουμε σήμερα.

Πολύ νωρίτερα, η Συνθήκη του Μάαστριχτ, που υπεγράφη το 1992, με τους επτά τίτλους, τα 17 πρωτόκολλα και τις 33 δηλώσεις της, που προσυπέγραψε και η χώρα μας, εκχώρησε ήδη από τότε την εθνική κυριαρχία σε υπερκρατικά κέντρα αποφάσεων, που προσδιορίζουν πλέον από το πόσο βαμβάκι θα παράγει η χώρα μας μέχρι το αν γίνονται σεβαστά ή όχι τα δικαιώματα κάθε ανύπαρκτης και φαντασιακής ιστορικά εθνότητας στην πατρίδα μας.

Εκτοτε είχαμε αρκετές περιπτώσεις πολιτικών που είτε ενεπλάκησαν είτε επικρότησαν αυτή τη διαδικασία εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων και προσπάθησαν να ωραιοποιήσουν τη στάση τους αυτή.
Πρώτος όλων, ο πρωθυπουργός του Χρηματιστηρίου Κώστας Σημίτης, ο οποίος δήλωνε με κάθε ευκαιρία ότι «πατριωτισμός είναι να ευημερούν οι οικονομικοί δείκτες»! Πιο πρόσφατα, ο βουλευτής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Γιάννης Μανιάτης έγραψε σε άρθρο του (liberal.gr, 31/07/2017): «Το μεγάλο όραμα της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, η συμπόρευση της επιστήμης με την επιχειρηματικότητα με στόχο τη δημιουργία κοινωνικού μερίσματος, αποτελούν το μεγάλο βάθρο της Ελλάδας του μέλλοντος, της Ελλάδας του προοδευτικού πατριωτισμού».
Επίσης, ο Γιώργος Καμίνης, στην Καλαμάτα (20/09/2017), αναφέρθηκε σε έναν νέο πατριωτισμό, «που δεν στηρίζεται σε ταμπέλες, αλλά στις κοινές αξίες και στους δημοκρατικούς θεσμούς της πατρίδας μας».

Στο παιχνίδι μπήκε και η Ν.Δ. με το 7ο προσυνέδριό της, με θέμα «Για έναν νέο πατριωτισμό», στο οποίο διατυπώθηκε μια πρόταση του κόμματος με επίκεντρο την πατρίδα και τον πολιτισμό της, αλλά παράλληλα ανέδειξε και «περίεργες» τοποθετήσεις περί πατριωτισμού προβεβλημένων στελεχών της: «Ο σύγχρονος πατριωτισμός υπηρετείται και εκφράζεται (…), θεωρεί τη σκληρή δουλειά μέσο ατομικής και συλλογικής προκοπής (…), καθοδηγείται από το ιδανικό μιας φιλελεύθερης και δημοκρατικής συντεταγμένης Πολιτείας».
Κοντολογίς, ο πατριωτισμός δεν είναι ούτε παλαιός ούτε νέος ούτε δεξιός ούτε αριστερός ούτε σοσιαλιστικός ούτε φιλελεύθερος ούτε δημοκρατικός ούτε μοναρχικός. Ολοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί σκοπεύουν στη νόθευσή του και στο καλούπωμά του προς εξυπηρέτηση ιδεοληψιών, οι οποίες πολλές φορές οδηγούν στην αλλοτρίωσή του και την άμβλυνση αυτού του ευγενικού και απαραίτητου για την επιβίωση του ανθρώπου συναισθήματος.

*Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα»