«Μνημεία στις φλόγες» του 1917

Εκθεση στο Μπέη Χαμάμ, με αντικείμενα από νοικοκυριά που κάηκαν στη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης πριν από 100 χρόνια

Ρεπορτάζ
Ελένη Σκάρπου

Αν 100 χρόνια μετά τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης έχουμε απορίες για το πώς μπορεί να βίωσαν η πόλη και οι άνθρωποί της αυτό το μεγάλο πλήγμα, τότε σίγουρα η έκθεση που εγκαινιάζεται την Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου στο Μπέη Χαμάμ, με τίτλο «Μνημεία στις φλόγες», θα μας δώσει μπόλικες απαντήσεις.

Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης (ΕΦΑΠΟΘ) κλείνει το 2017 με μια μεγάλη έκθεση για την πυρκαγιά, τα μνημεία και τους ανθρώπους της πόλης, μέσα από το αρχειακό υλικό της. «Εχοντας πλούσιο υλικό, σκεφτήκαμε ότι θα ήταν χρήσιμο πολλά από τα σχέδια που έχει στη διάθεσή της η ΕΦΑΠΟΘ, με αφορμή αυτό το θλιβερό επετειακό γεγονός για την πόλη, να τα εκθέσουμε.

Αλλωστε, φέτος έγιναν πολλές εκδηλώσεις για τη συγκεκριμένη επέτειο. Θεωρώ, μάλιστα, ότι καμία άλλη καταστροφή δεν έχει τιμηθεί με τόση θέρμη και επανάληψη. Επρεπε, λοιπόν, να δούμε κι εμείς όλο αυτό το θέμα από την πλευρά των μνημείων.

Εχοντας υλικό από την ομάδα των μηχανικών, που τότε επανασχεδίασαν την πόλη, βλέπει κανείς ότι κάποια μνημεία σώθηκαν, κάποια έπαψαν να υπάρχουν και άλλα αναστηλώθηκαν και άλλαξαν χαρακτήρα. Η πυρκαγιά, βέβαια, ήταν μια αφορμή ώστε πολλά μνημεία που παραδόθηκαν στις φλόγες το 1917 να συντηρηθούν και να τα περιποιηθούμε περισσότερο. Ας μην ξεχνάμε ότι η Αρχαιολογική Υπηρεσία της πόλης, που οργανώθηκε αμέσως μετά την απελευθέρωσή της, είχε μόλις κλείσει μία πενταετία.



Η ίδια η πόλη ήταν ανέτοιμη να το αντιμετωπίσει, δεν είχε ακόμη οργανωθεί και ενωθεί με το υπάρχον ελληνικό κράτος. Είχαμε ήδη μπει στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και συνέβη ένα γεγονός που κατέστρεψε ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της Θεσσαλονίκης, γεγονός που δημιούργησε κατάσταση μεγάλης αναστάτωσης» αναφέρει η αναπληρώτρια προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης και διευθύντρια του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης Πολυξένη Βελένη (φωτό).

Λόγω μετρό

Και, αν δεν πιστεύετε στα θαύματα, με τις ανασκαφές του μετρό ένα ξεχωριστό θαύμα έχει επιτευχθεί: Εκείνο που έφερε στην επιφάνεια κατάλοιπα από νοικοκυριά της εποχής εκείνης. «Το μεγάλο πλεονέκτημα από τις ανασκαφές του μετρό είναι ότι στη στάση της Βενιζέλου και της Αγίας Σοφίας βρέθηκαν για πρώτη φορά στα πάνω στρώματα αντικείμενα από καμένα νοικοκυριά και καταστήματα της πόλης: ένα ραφείο, μια βιοτεχνική μονάδα ρούχων, το νοικοκυριό ενός σπιτιού, μια καμμένη γαλλική εγκυκλοπαίδεια σε κτίριο κοντά σε γαλλική σχολή, ένα φαρμακείο με μπουκάλια και αγγεία με τη φίρμα των φαρμάκων ακόμη πάνω τους, ένα οινοποιείο με το αποστακτήριό του με βαρέλια ξύλινα και πιθάρια, μια σόμπα, μια εστία.

Ολα αυτά είναι φορτισμένα συγκινησιακά, μας αγγίζουν, είναι στο πρόσφατο παρελθόν μας. Για πρώτη φορά, λοιπόν, δείχνουμε αντικείμενα, μέσα από τα οποία μπορεί κανείς να αντιληφθεί και το κλίμα της εποχής και πού ζούσαν οι Θεσσαλονικείς.
Θα ακολουθήσει σίγουρα αριθμός πολλών εκθέσεων, γιατί τα αντικείμενα από διάφορες περιόδους είναι πολλά με αφορμή τις ανασκαφές του μετρό. Αυτός είναι, άλλωστε, ο πλούτος που κέρδισε η πόλη από τις συγκεκριμένες ανασκαφές» επισημαίνει η ίδια.

Κτίσμα με μνήμες οθωμανικής περιόδου

Ας μην ξεχνάμε, όμως, και τον χώρο διεξαγωγής της έκθεσης, που φέρει το δικό του ιστορικό ίχνος στην πόλη. Το Μπέη Χαμάμ -ή, αλλιώς, τα Λουτρά «Παράδεισος»- αποτελεί ένα ιδιαίτερο κτίσμα, με μνήμες από τη Θεσσαλονίκη της οθωμανικής περιόδου, ίσως ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα χαμάμ των Βαλκανίων. Χτίστηκε το 1444, ακριβώς 14 χρόνια μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον Μουράτ Β', και μάλιστα στα θεμέλιά του υπάρχουν τα τελευταία ίχνη βυζαντινών εκκλησιών. Μέχρι τη δεκαετία του 1960 λειτούργησε ως χαμάμ και τη δεκαετία του '80 αναστηλώθηκε, ενώ σήμερα λειτουργεί ως χώρος για πολιτιστικές εκδηλώσεις και δρώμενα ιστορικής φύσεως. Ως χαμάμ είχε ξεχωριστούς χώρους για άνδρες και γυναίκες, που δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Ειδικά ο χώρος των γυναικών λέγεται ότι προσέφερε μεγαλύτερη διακριτικότητα.