Επιτέλους κάποιος του τα είπε κατάμουτρα!

Από τη στιγμή που το ταξίδι του Ερντογάν συμφωνήθηκε, η ελληνική πλευρά είχε μόνο έναν δρόμο

Από τον
Δημήτρη Ριζούλη

Η αποτίμηση ιστορικών στιγμών, όπως αυτές που είδαμε όλοι σε ζωντανή μετάδοση από το Προεδρικό Μέγαρο και το Μέγαρο Μαξίμου, απαιτεί χρόνο και ψυχραιμία. Συνήθως το τελικό συμπέρασμα αποτυπώνεται όταν «κάτσει» η σκόνη.
Επίσης, η συνολική εικόνα για την επίσκεψη Ερντογάν θα προκύψει μετά τη σημερινή κρίσιμη μετάβασή του στη Θράκη με βάση όσα θα συμβούν εκεί.

Ομως από τα χθεσινά καταιγιστικά γεγονότα προέκυψαν κάποια συμπεράσματα μεγάλης σημασίας. Πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία του τόπου απάντησε με μια φωνή στις προκλήσεις της Τουρκίας «ως εδώ!». Παυλόπουλος, Τσίπρας και Μητσοτάκης έκλεισαν εν τη γενέσει της τη συζήτηση για αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης και (καθόλου τυχαία) ταυτόχρονα Στέιτ Ντιπάρτμεντ, γερμανική κυβέρνηση και Ευρωπαϊκή Ενωση τοποθετήθηκαν ξεκάθαρα (και όχι με διπλωματική γλώσσα όπως στο παρελθόν) υποστηρίζοντας πλήρως τις ελληνικές θέσεις.

Ο «σουλτάνος» ήρθε στην Αθήνα για να θέσει το θέμα επίσημα και θα έκανε το παν για να το πετύχει. Το απέδειξε άλλωστε η μεθόδευση με τη συνέντευξη που έδωσε μία ημέρα πριν από την άφιξή του στον Σκάι. Από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι ο Τούρκος πρόεδρος έχει σκοπό να ξεδιπλώσει προκλητική ατζέντα, η ελληνική πλευρά είχε μόνο μία επιλογή: Να απαντήσει χωρίς διπλωματικές ασάφειες και να κόψει με το «καλημέρα» τον βήχα στον προκλητικό επισκέπτη.

Η «δημοκρατία» στο χθεσινό πρωτοσέλιδό της, μετά τη δημοσιοποίηση της συνέντευξης στον Σκάι, ζήτησε «να τον βάλουν στη θέση του Παυλόπουλος και Τσίπρας». Και ακριβώς αυτό έγινε. Μάλιστα, στην ίδια εθνική γραμμή κινήθηκε και ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις δηλώσεις του, παρότι νωρίτερα είχαν τοποθετηθεί βιαστικά και άστοχα ορισμένα στελέχη της αντιπολίτευσης. Σε τελική ανάλυση, την ώρα της «μάχης» δεν δίνεις δίκιο στον αντίπαλο, ακόμα κι αν πιστεύεις ότι έγιναν λάθη. Τον πιο δύσκολο ρόλο είχε ο κ. Παυλόπουλος, καθώς σήκωσε πρώτος το βάρος της απάντησης. Προσπαθώντας να ισορροπήσει μεταξύ του θεσμικού του ρόλου και του εθνικού συμφέροντος και με τον κίνδυνο να κατηγορηθεί ότι «καπελώνει» την κυβέρνηση, έστειλε το πρώτο σαφές μήνυμα στον Ερντογάν, ο οποίος ταράχτηκε και αιφνιδιάστηκε. Η κάθετη τοποθέτησή του με το «καλημέρα» πως δεν υπάρχει καμία περίπτωση αλλαγής της Συνθήκης της Λωζάννης έθεσε το πλαίσιο των επαφών.

Παρά την αρχική «τσαμπουκαλίστικη» αντίδραση του Ερντογάν, ο Παυλόπουλος αποσυντόνισε τον Τούρκο πρόεδρο και αυτό φάνηκε στη συνάντηση με τον Τσίπρα, όπου ήρθε και το τελικό χτύπημα της ελληνικής πλευράς. Στις κοινές δηλώσεις στο Μαξίμου ο Ερντογάν επανέλαβε τα ίδια, όμως ο Τσίπρας τον «τσάκισε» χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του (ενδεικτικό της προεργασίας που είχε γίνει). Πρώτη φορά θυμάμαι Ελληνα πρωθυπουργό τα τελευταία χρόνια να λέει κατάμουτρα στους Τούρκους ότι για το Κυπριακό έχουν την απόλυτη ευθύνη και ότι δεν μπορούν να κάνουν κουμάντο στις εσωτερικές μας υποθέσεις, όπως η μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη. Ο κ. Ερντογάν ετοιμαζόταν για περίπατο, αλλά τελικά βγήκε τραυματισμένος. Είχε καλομάθει άλλωστε με τον Γιώργο Παπανδρέου και τις... γλύκες του παρελθόντος.

Συμπερασματικά: Πράγματι, κακώς ήρθε ο Ερντογάν. Ομως από τη στιγμή που το ταξίδι συμφωνήθηκε, η ελληνική πλευρά είχε μόνο έναν δρόμο: Να μην αφήσει τίποτε αναπάντητο. Να μην κρύψει κάτω από το χαλί της διπλωματίας τις εθνικές θέσεις. Και μάλιστα να το πράξει με θάρρος και αποφασιστικότητα. Μπορεί όντως να ήταν διπλωματικό λάθος να τεθεί το θέμα της Λωζάννης δημοσίως. Είδαμε όμως πού μας είχαν οδηγήσει έως τώρα τα σωστά... διπλωματικά ζεϊμπέκικα και οι συνεχείς υποχωρήσεις. Μήπως είχαμε κανένα όφελος;