CIA: Η μητέρα της σύγχρονης «Τέχνης»

Η μυστική υπηρεσία των Ηνωμένων Πολιτειών έδρασε σαν... αναγεννησιακός πρίγκιπας· με τη διαφορά ότι το έκανε κρυφά

Η ομορφιά είναι μια παγκόσμια γλώσσα». Λαϊκό απόφθεγμα. Πολλοί απορούν με τη μοντέρνα τέχνη, η οποία ειδικεύεται στην παραγωγή άμορφων, άσχημων, ακατανόητων δημιουργημάτων: Πώς είναι δυνατόν κάτι εμφανέστατα απαίσιο να «θαυμάζεται» από τόσο πολλούς και να κοστίζει τόσο ακριβά; Η απάντηση είναι απλή και, όπως όλα, έχει να κάνει με την πολιτική. Η μοντέρνα «τέχνη» θα άντεχε λιγότερο απ’ όσο αντέχει ένα παγάκι μέσα σε αναμμένο τζάκι, αν δεν είχε βασίσει την ύπαρξή της σε μια υπερδύναμη. Κι αληθινά, χρειάζεται μια υπερδύναμη για να δώσει ζωή σε κάτι που είναι τόσο άσχετο με την έννοια της μορφής ώστε μοιάζει να μην υπάρχει! Αυτή η υπερδύναμη είναι η Αμερική. 

Οι ΗΠΑ έδωσαν την αποφασιστική χρηματική και επικοινωνιακή ώθηση στους δημιουργούς της μοντέρνας «τέχνης» για να επιβάλλουν τα έργα τους στις προθήκες των γκαλερί, στα μουσεία αλλά και στις οικίες άμουσων εκατομμυριούχων, που επιδεικνύουν την άξεστη ισχύ τους λερώνοντας τους τοίχους τους με ηλίθιες, πανάκριβες τσαπατσουλιές. Χωρίς τη CIA τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Για του λόγου το αληθές, παρατίθεται απόσπασμα από άρθρο της βρετανικής εφημερίδας «Independent» που δημοσιεύτηκε στις 21/10/1995*, το υπογράφει η Frances Stonor Saunders και μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο στο διαδίκτυο στην ακόλουθη διεύθυνση: http://www.independent.co.uk/news/world/modern-art-was-cia-weapon-1578808.html.

«Επί δεκαετίες στους κύκλους της Τέχνης ήταν είτε φήμη είτε αστείο, αλλά τώρα επιβεβαιώνεται ως γεγονός. Η CIA χρησιμοποίησε την αμερικανική σύγχρονη τέχνη -συμπεριλαμβανομένων των έργων τέτοιων καλλιτεχνών, όπως ο Τζάκσον Πόλοκ, ο Ρόμπερτ Μάδεργουελ, ο Βίλεμ ντε Κούνινγκ και ο Μαρκ Ρόθκο- ως όπλο στον Ψυχρό Πόλεμο. Η CIA έδρασε σαν... αναγεννησιακός πρίγκιπας· με τη διαφορά ότι το έκανε κρυφά. Ενίσχυσε και προώθησε την αμερικανική αφηρημένη εξπρεσιονιστική ζωγραφική σε όλο τον κόσμο περισσότερα από 20 χρόνια. Αυτή ήταν μια περίοδος, στη δεκαετία του 1950 και τη δεκαετία του 1960, όταν η μεγάλη πλειονότητα των Αμερικανών αντιπαθούσε ή ακόμα και περιφρονούσε τη σύγχρονη τέχνη. Ο πρόεδρος Τρούμαν συνόψισε τη λαϊκή άποψη όταν είπε: “Αν αυτή είναι τέχνη, τότε εγώ είμαι Μάο Μάο”. Οσο για τους ίδιους τους καλλιτέχνες, πολλοί από αυτούς ήταν πρώην κομμουνιστές και ελάχιστα αποδεκτοί στην Αμερική της εποχής του μακαρθισμού, και σίγουρα όχι το είδος των ανθρώπων που θα ανέμενε κάποιος να λάβουν υποστήριξη από την αμερικανική κυβέρνηση.

Γιατί τους υποστήριξε η CIA; Επειδή στον πόλεμο προπαγάνδας με τη Σοβιετική Ενωση αυτό το νέο καλλιτεχνικό κίνημα θα μπορούσε να τεθεί ως απόδειξη της δημιουργικότητας, της πνευματικής ελευθερίας και της πολιτιστικής δύναμης των ΗΠΑ. Η ρωσική τέχνη, δεμένη σφιχτά στον κομμουνιστικό ζουρλομανδύα, δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην πρόκληση.

Η ύπαρξη αυτής της πολιτικής, που φημολογείται και συζητείται εδώ και πολλά χρόνια, επιβεβαιώθηκε πρώτη φορά από πρώην αξιωματούχους της CIA. Χωρίς να το γνωρίζουν οι καλλιτέχνες, η νέα αμερικανική τέχνη προωθήθηκε κρυφά με μια πολιτική γνωστή ως “μακρύ λουρί” - με τρόπους παρόμοιους με εκείνους που χρησιμοποιούσε η CIA για να στηρίξει το περιοδικό “Encounter”, που εκδόθηκε από τον Στέφεν Σπέντερ.

Η απόφαση να συμπεριληφθούν ο πολιτισμός και η τέχνη στο ψυχροπολεμικό οπλοστάσιο των ΗΠΑ λήφθηκε μόλις ιδρύθηκε η CIA, το 1947. Η νέα αυτή υπηρεσία, θορυβημένη από την απήχηση που είχε ακόμα ο κομμουνισμός σε πολλούς δυτικούς διανοουμένους και καλλιτέχνες, δημιούργησε ένα τμήμα, το Propaganda Assets Inventory, το οποίο στην ακμή του μπορούσε να επηρεάσει περισσότερες από 800 εφημερίδες, περιοδικά και δημοσιογραφικούς οργανισμούς. Κυκλοφορούσε μάλιστα ένα αστείο για αυτό το παρακλάδι της Υπηρεσίας· ότι ήταν σαν ένα τζουκ μποξ: όταν η CIA πατούσε ένα από τα κουμπιά, μπορούσε να ακούσει οποιαδήποτε μουσική ήθελε σ’ οποιοδήποτε σημείο του κόσμου.

Το επόμενο βασικό βήμα έγινε το 1950, όταν ιδρύθηκε η Διεύθυνση Διεθνών Οργανισμών (IOD) υπό τον Τομ Μπράντεν. Αυτό το γραφείο επιχορήγησε την παραγωγή της “Φάρμας των Ζώων” του Τζορτζ Οργουελ σε κινούμενα σχέδια, χρηματοδοτούσε Αμερικανούς καλλιτέχνες τζαζ, ρεσιτάλ όπερας και τη διεθνή περιοδεία της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστόνης. Οι πράκτορές της τοποθετήθηκαν στον κινηματογράφο, στους εκδοτικούς οίκους, ακόμη και ως συγγραφείς ταξιδιών για τους διάσημους οδηγούς Fodor. Και τώρα ξέρουμε ότι το αναρχικό πρωτοποριακό κίνημα της Αμερικής προωθούσε τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό».

*Εμπεριστατωμένη εξιστόρηση των σχέσεων της CIA με τη μοντέρνα τέχνη γίνεται στο ντοκιμαντέρ «Hidden Hands». Ξεκίνησε να προβάλλεται στις 29/10/1995 στο βρετανικό τηλεοπτικό κανάλι Channel 4.

Παναγιώτης Λιάκος