Η ΣΤΑΣΗ ΗΠΑ - ΕΥΡΩΠΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΠΓΔΜ

Ερωτήματα για την τελική θέση των πολιτικών ηγεσιών εν αναμονή και των σημαντικών πιέσεων από το εξωτερικό

Aπό τον
Αλέξανδρο Τάρκα

Η συσπείρωση της κοινής γνώμης υπέρ της απόλυτης προστασίας του όρου «Μακεδονία» ή, έστω, της erga omnes χρήσης του, με κατάργηση της συνταγματικής ονομασίας της ΠΓΔΜ και αποκλεισμό της διπλής ονομασίας («διπλή ονομασία-διπλή ντροπή» λέγαμε κάποτε), επαναφέρει τη διαχρονική πολιτική αλήθεια ότι κανένας συμβιβασμός δεν αποδεικνύεται βιώσιμος χωρίς ευρεία λαϊκή στήριξη. 

Προκαλούνται, επίσης, ερωτήματα για την τελική στάση των πολιτικών ηγεσιών, καθώς αφενός θα εκφράζεται το λαϊκό αίσθημα και αφετέρου θα γίνονται εντονότερες οι συστάσεις και παροτρύνσεις για την υπογραφή τελικής λύσης. Το εσωτερικό κλίμα έντασης τροφοδοτείται διαρκώς, αν και στην πραγματικότητα δεν έχουν εκδηλωθεί ακόμα σημαντικές πρωτοβουλίες πίεσης από το εξωτερικό, οι οποίες θα κλιμακωθούν όσο πλησιάζουμε στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ της 11ης Ιουλίου.

Η κυβέρνηση ξεκίνησε από τη λογική βάση ότι τα ζητήματα εθνικής ασφαλείας δεν πρέπει να λιμνάζουν και, σύμφωνα με εγκυρότατες πηγές, είχε προ μηνών καταθέσει, μαζί με τα (ανακοινωθέντα) μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, και (μη ανακοινωθείσες) ιδέες-πλαίσιο για το όνομα. Από τη στιγμή που ο πρόεδρος της κυβέρνησης Αλ. Τσίπρας και ο υπουργός Εξωτερικών Ν. Κοτζιάς διέβλεψαν πιθανότητα λύσης με τον μετριοπαθέστερο πρωθυπουργό Ζ. Ζάεφ, η κίνησή τους δεν είναι ανεξήγητη. Η αποχώρηση του αδιάλλακτου Ν. Γκρούεφσκι σήμαινε ότι το βάρος θα έπεφτε στην Αθήνα, όπως και συνέβη.

Ωστόσο η κυβέρνηση δεν παρουσιάζει πειστικά επιχειρήματα για πιθανά οφέλη μας από την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε. Η οικονομική μας διείσδυση στα Σκόπια είναι ήδη εντυπωσιακή. Καμιά επένδυση δεν επηρεάστηκε, ορθώς, από την εκκρεμότητα του ονόματος. Ο δε συλλογισμός ότι η υπόθεση είναι «χαμένη», λόγω των αναγνωρίσεων με το συνταγματικό όνομα, αφορά το παρελθόν. Ακυρώνεται από τα ίδια τα Σκόπια, που επανειλημμένα παραδέχονται ότι το μέλλον τους περνά από την Αθήνα, ειδικά όσον αφορά την ευρωατλαντική προοπτική.

Από την πλευρά της, η αξιωματική αντιπολίτευση ύστερα από πολλές ημέρες ενδοσκόπησης βρίσκει κάποιο βηματισμό. Επιβεβαιώνει το erga omnes, αλλά χωρίς βούληση μαχητικής στάσης. Η προβολή όμως της γραμμής του 2008 έχει περιορισμένο πολιτικό και διπλωματικό ορίζοντα, γιατί επίκεινται λεπτομερείς συνομιλίες, ενώ η προ δεκαετίας ελληνική νίκη στο ΝΑΤΟ δεν είχε ακολουθήσει κάποια ουσιαστική διαπραγμάτευση με την ΠΓΔΜ εκτός ορισμένων συναντήσεων υπό τον εκπρόσωπο του ΟΗΕ Μ. Νίμιτς. Αποτελούσε περισσότερο αφετηρία διαπραγμάτευσης και λιγότερο σχέδιο οριστικής συμφωνίας. Δεν ήρθε στο τραπέζι προς υπογραφή. Το ίδιο είχε συμβεί με το «Πακέτο Πινέιρο» του 1992, όταν τα Σκόπια ήταν απορριπτικά πολύ πριν από τις τελικές διαβουλεύσεις. Ας μη λησμονείται και πώς παγιδεύτηκε ο αείμνηστος Μιλτιάδης Εβερτ το 1995, πριν και μετά την Ενδιάμεση Συμφωνία. Το ΠΑΣΟΚ τον εξέθετε ευχαριστώντας τον δημόσια, επειδή μετέφερε μετριοπαθείς θέσεις στις ΗΠΑ και δεν θα τορπίλιζε τυχόν λύση. Ως γνωστόν, ούτε το θέμα λύθηκε ούτε ο Εβερτ επιβραβεύθηκε με εκλογική νίκη.

Οσο καιρό λοιπόν ο πρωθυπουργός και ο πρόεδρος της Ν.Δ. δεν ανοίγουν τα χαρτιά τους, η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση αφορά τη στάση συμμάχων και εταίρων. Οπως επισημαίνουν ελληνικές και ξένες διπλωματικές πηγές, είναι σημαντικό ότι ως τώρα τουλάχιστον οι ΗΠΑ τονίζουν ότι «η ευρωατλαντική προοπτική των βαλκανικών χωρών είναι προτεραιότητα», χωρίς πάντως να εξειδικεύουν αποκλειστικά στην ικανοποίηση των αιτημάτων της ΠΓΔΜ.
Αντίθετα, τα υπηρεσιακά στελέχη της Καγκελαρίας και του υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας φέρεται ότι χαρακτηρίζουν «παράλογη» την εκκρεμότητα της ονομασίας και ότι έχουν δώσει, από το καλοκαίρι, υποσχέσεις στα Σκόπια για στήριξή τους. Καθώς εκκρεμεί ο σχηματισμός νέας κυβέρνησης, δεν διευκρινίζεται αν η βαλκανική πολιτική θα αποτελέσει μέρος του προγράμματος του νέου σχήματος συνασπισμού και αν οι χειρισμοί του Βερολίνου θα γίνουν σε πολιτικό ή υπηρεσιακό επίπεδο.

Ταυτόχρονα, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η στάση της Βρετανίας. Το Φόρεϊν Οφις έχει δεχθεί, ατύπως, ότι η επικίνδυνη κατάσταση στην ΠΓΔΜ δεν οφείλεται στην εκκρεμότητα της ονομασίας, αλλά στα εσωτερικά προβλήματα, με κυριότερα τη διαφθορά και την ανοχή στο οργανωμένο έγκλημα. Πιο ρεαλιστική είναι η στάση της Γαλλίας, που έχει διαμηνύσει στην Αθήνα ότι δεν έχει στρατηγικό ενδιαφέρον για την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ ή, πολύ περισσότερο, πρόθεση ανατροπής των δεδομένων στα Βαλκάνια.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη