Θεοδίδακτος βοσκός με μια ψυχή μάλαμα!

Ο Αναστάσιος Μαλαμάς, υπόδειγμα πίστης και ταπεινότητας, έζησε δύσκολα, όμως δεν λύγισε ποτέ. Ακόμα και όταν έχασε το πόδι του λόγω του σακχάρου και αργότερα την όρασή του, συνέχισε να απαγγέλλει χωρία από την Αγία Γραφή

Συχνά στη σύντομη διαδρομή του βίου μας γινόμαστε μάρτυρες σε περιπτώσεις ανθρώπων που αποτελούν φωτεινό παράδειγμα, έχοντας επιλεγεί από τον Κύριο για να ενσαρκώσουν με την ευλογημένη ταπεινότητά τους τη δύναμη της πίστης και του θεϊκού Λόγου. Σε αυτή την κατηγορία θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τον μακαριστό Αναστάσιο (Τάσος) Μαλαμά, τον θεοδίδακτο βοσκό, που με την απαράμιλλη ταπεινότητα, την απλότητα του αμόρφωτου ανθρώπου και τη θεοφώτιστη σοφία του κέρδισε επάξια μια θέση στη Βασιλεία των Ουρανών. 

Σημαντικές πληροφορίες για τη ζωή του αντλούμε από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον χρόνο» (τόμος Β΄), που εκδόθηκε από το Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στη Χαλκιδική.

Yιοθεσία

Γεννήθηκε το 1929 στο χωριό Κοκκαλού, κοντά στη λίμνη Βόλβη, έξω από τη Θεσσαλονίκη, και ήταν το έκτο παιδί της οικογένειας. Ο πατέρας του (πέθανε σε ηλικία μόλις 37 χρονών) ξεχώριζε για την αγάπη του προς τον Θεό. Είχε αγοράσει από ένα μετόχι την εικόνα των Αγίων Αναργύρων και την είχε μεταφέρει στην εκκλησία του χωριού. Τα παιδικά χρόνια του Τάσου ήταν πολύ βασανισμένα. Σε ηλικία 2,5 ετών δόθηκε για υιοθεσία σε μια οικογένεια ενός διπλανού χωριού, καθώς όμως έπεφτε συχνά θύμα βάναυσης συμπεριφοράς, οι βιολογικοί γονείς του τον ξαναπήραν κοντά τους. Από 4 χρονών άρχισε να φυλάει πρόβατα, γνώρισε τις κακουχίες και τις υπέμεινε με αξιοθαύμαστη αντοχή, χωρίς να λυγίσει μπροστά στην κούραση ή σε οποιονδήποτε φόβο.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής και στον Εμφύλιο βρέθηκε συχνά αντιμέτωπος με τον θάνατο. Η παρουσία του Θεού όμως ήταν αρκετή για να τον προστατέψει. «Πολλές φορές γλίτωσα από θαύμα [...], σφαίρες βούιζαν έξω από το μαντρί, τα πρόβατα όρθια, δεν τα έπιανε ύπνος» αφηγούνταν αργότερα. Οταν έφτασε στην ηλικία των 16 χρονών, αναρωτήθηκε ποιον δρόμο -της αρετής ή της κακίας- θα έπρεπε να πάρει: «Γονάτισα κάτω και ορκίστηκα στον Θεό ν' ακολουθήσω τον δρόμο της αρετής, γιατί θυμήθηκα τι μας έλεγε ο δάσκαλός μας, ο Γιάννης Μητσαντώνης. Και από τότε αυτή η κατάσταση δεν με αφήνει. Εγώ είχα μεράκι στα πρόβατα και στην προσευχή. Με πιάνει συγκίνηση, θρηνώ και οδύρομαι για το πιστεύω. Γιατί το πιστεύω είναι ένα σχοινί που μας κρατά και προσπαθεί να μας το κόψει ο πειρασμός».

Ενας συγχωριανός του, ο οποίος είχε υπηρετήσει με τον Τάσο στον Στρατό, είχε περιγράψει το εξής περιστατικό: «Δεν έκανε ποτέ φασαρίες. Το Ευαγγέλιο το είχε μέσα του και το τηρούσε, χωρίς να επηρεάζεται από τα σχόλια του κόσμου. Το 1954 παντρεύτηκε τη Βάια και απέκτησε δύο παιδιά, ενώ συνέχισε να παραμένει στο χωριό, εργαζόμενος σκληρά. Επειτα από δέκα χρόνια αποφάσισαν να μετακομίσουν στο χωριό Νέα Μάδυτος, όπου εκεί έζησε έως τον θάνατό του. Καταπιάστηκε με πολλές χειρωνακτικές εργασίες και φρόντιζε πάντα να διατηρεί μια ευγένεια και καλοσύνη σε όλες τις συναλλαγές του. Ποτέ δεν άφησε να φωλιάσει μέσα του το κακό, ευεργετούσε ακόμη και όσους τον εξαπατούσαν ή του φέρονταν άδικα, χωρίς να αναγνωρίζουν τον κόπο της εργασίας του. Συνήθιζε να λέει: “Αν έλθεις σε φασαρίες, τότε χάνεις, γιατί γίνεται αυτό που λέει το Ευαγγέλιο: Το άλας χαλνάει!”»

Τα πιστεύω του

Κάποτε αναγκάστηκε να φύγει από μια δουλειά, επειδή το αφεντικό του έβριζε τα θεία και δεν μπορούσε αυτό να το αντέξει. «Τον εχθρό μας να τον φέρνουμε στο ύψος και εμείς στα πόδια του να παρακαλάμε τον Θεό να τον συγχωρέσει. Τα πιστεύω μας δεν είναι αέρας, θα πει να μη χαλάσεις την καρδιά του άλλου. Οσο πιστεύεις στον Θεό τόσο δεν θέλεις να χαλάσεις την ψυχή του άλλου. Αν σε έλθει φώτιση, να πεις: “Αχ, Θεέ μου!” Θα πονέσεις και θα κλάψεις για το Ευαγγέλιο». Ακουγε συχνά ειρωνικά και προσβλητικά σχόλια από τους συντοπίτες του, αλλά τα προσπερνούσε ήρεμα, χωρίς κανέναν θυμό. «Με λέγαν: “Γιατί δεν γλεντάς, γιατί δεν γυρνάς;” Εγώ, σαν άνθρωπος, πήγαινα σε γιορτές, μα δεν ήξερα άλλα. Και τους λέω μια φορά: “Βρε σεις, είδατε στις εικόνες κάναν Αγιο να γελάει;”» Εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε με το σάκχαρο, το 1998 οι γιατροί έκοψαν το αριστερό πόδι του, ενώ έπειτα από έναν χρόνο έχασε και την όραση.

«Ας παραλύσει το σώμα. Μόνο να κάνω τον σταυρό μου. Η προσευχή τα διαλύει όλα»

Τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του τα πέρασε ακινητοποιημένος σ' ένα μικρό δωμάτιο του σπιτιού του. «Ας παραλύσει το σώμα. Μόνο το δεξί χέρι να έχω για να κάνω τον σταυρό μου» έλεγε στους δικούς του ανθρώπους. Οσοι τον επισκέπτονταν τον άκουγαν έκπληκτοι και με αγαλλίαση να απαγγέλλει αυτός χωρία από την Αγία Γραφή! Τηρούσε απαρεγκλίτως -όντας ασθενής- τη νηστεία και άκουγε τη θεία λειτουργία από το ραδιόφωνο. Η κατάσταση της υγείας του συνεχώς έβαινε προς το χειρότερο.

Τα ξημερώματα της Δευτέρας 30 Αυγούστου 2004 ασπάσθηκε τα χέρια της γυναίκας του και σταύρωσε τα χέρια του. Αμέσως μετά είπε: «Παναγία μου, λύτρωσέ μου!» Και η ψυχή του φτερούγισε προς την αγκαλιά του Θεού. Αν και ταπεινής καταγωγής, ο «κυρ Τάσος» κέρδιζε τον ανυπόκριτο σεβασμό όλων με τις θρησκευτικές γνώσεις του, την πνευματική γαλήνη και την ικανότητα να μεταλαμπαδεύει την πίστη σε λόγο διδαχής. Απευθυνόμενος στους κοντινούς του ανθρώπους, τους συμβούλευε να προσεύχονται όσο πιο συχνά ήταν αυτό δυνατό:

«Οι προσευχές τα πάντα τα λιώνουν και αμέσως προλαβαίνει η καλοσύνη του Θεού. Αν με φερθούν άσχημα, να πέσω στο ήμαρτον. Αν το αφήσω, θα με κάνει ζημιά. Αν ένας με φταίξει, τον παρουσιάζω σε έναν κλοιό προσευχής. Με την προσευχή τα διαλύεις όλα! Ο Χριστός είναι επανάσταση καλοσύνης!» Σε όποια ρήση του και αν σταθείς, δεν έχεις παρά να θαυμάσεις το μεγαλείο της σκέψης του. Σε όλη τη ζωή του υπηρέτησε τον Λόγο του Θεού, ήταν με τον τρόπο του μέρος της ζώσας Εκκλησίας: «Η Εκκλησία είναι Κιβωτός του Νώε. Για τους καλόγερους και το ράσο κάνω ιδιαίτερη προσευχή. Χωρίς Ευαγγέλιο, δεν καταλαβαίνεις τι λέει η Εκκλησία. Θέλω να ζω για να προσφέρω λατρεία με το ήμαρτον στον Θεό...» 

Από την Εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια