«Ο Τζίμης κοινωνούσε κι εξομολογείτο συχνά!»

Ο πνευματικός του Πανούση γέροντας Ευδόκιμος μιλά για την αδελφική σχέση του με τον ερμηνευτή και τις επισκέψεις του στη Μονή Παναχράντου στην Ανδρο. «Εγινε ένας καλός χριστιανός» τονίζει

H φήμη του π. Ευδοκίμου έχει ξεπεράσει προ πολλού τα σύνορα της Ανδρου και έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα. Ο σημερινός Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Παναχράντου στην Ανδρο (γνωστή και ως Μονή Αγίου Παντελεήμονος) επιτελεί καθημερινά με αξιοζήλευτο ζήλο το έργο της ιερής διακονίας και διαφυλάττει μια σπουδαία παράδοση δέκα και πλέον αιώνων στο συγκεκριμένο μοναστήρι. Η γλυκιά μορφή του, η απλή και καταδεκτική συμπεριφορά του, η ακούραστη προσφορά του στον συνάνθρωπο είναι μόνο μερικά από τα πλεονεκτήματά του. 

Ενα άλλο στοιχείο που δεν γνωρίζει ο περισσότερος κόσμος είναι ότι ο π. Ευδόκιμος υπήρξε ο πνευματικός του πρόσφατα θανόντος συνθέτη και ερμηνευτή Τζίμη Πανούση.

Καθώς συνομιλούμε με τον π. Ευδόκιμο, στο πρόσωπό του σχηματίζεται ένα καλοκάγαθο χαμόγελο ακούγοντας το όνομα του αείμνηστου τραγουδοποιού. «Είχαμε μια σχέση σαν πραγματικά αδέλφια! Με πραγματική αγάπη! Ηταν καλός και ενάρετος άνθρωπος. Τον συμπαθούσα πάρα πολύ!» δηλώνει με αφοπλιστική ειλικρίνεια.



«Τον γνώρισα πριν από 15 χρόνια, όταν είχε ζητήσει να βρει έναν ιερέα για να του κάνει έναν αγιασμό. Ρώτησε πολλούς ανθρώπους και όλοι του συνέστησαν να έρθει να βρει εμένα. Ετσι και έγινε. Πήγα, τον συνάντησα και κάναμε τον αγιασμό. Από εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή έγινε ένας πολύ καλός χριστιανός! Δεν ήξερα τι είδους άνθρωπος ήταν προτού τον γνωρίσω, αλλά ύστερα από την εξομολόγηση και όσα είπαμε οι δύο μας έγινε, ως άνθρωπος, ένας πολύ καλός χριστιανός» μας λέει ο π. Ευδόκιμος.

ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΟΣ

Και συνεχίζει: «Ερχόταν τακτικά στο μοναστήρι, όπου εξομολογείτο, κοινωνούσε και συνομιλούσε με τους μοναχούς με πολλή αγάπη και σεβασμό. Οποτε ερχόταν, μας έφερνε πάντα δώρα, ήταν γενναιόδωρος. Νομίζω ότι δεν υπήρξε δεύτερος άνθρωπος στην πνευματική ζωή αυτού του ανθρώπου όπως ήμουν εγώ».

Ο π. Ευδόκιμος δεν διστάζει να παραδεχθεί ότι όσα είχε πληροφορηθεί για την προηγούμενη ζωή του Τζίμη Πανούση, ο οποίος διατηρούσε σπίτι στο χωριό Μένητες της Ανδρου, δεν του είχαν επιτρέψει να σχηματίσει «καλή ιδέα» γι' αυτόν, αφού τον θεωρούσε έως τότε κακό χριστιανό. «Φαίνεται ότι είχε καταλάβει τις σκέψεις μου όταν συναντηθήκαμε και γι' αυτό μου είπε ότι δεν είχε πάει έως τότε σε κάποιον ιερέα για να εξομολογηθεί ούτε φρόντιζε να κοινωνεί σε τακτική βάση. Στη συνέχεια με ρώτησε εάν εγώ θα ήθελα να το κάνω και, φυσικά, του απάντησα αμέσως: “Μετά χαράς, Τζίμη μου, να σε εξομολογήσω!” Εξομολογήθηκε και ήταν πολύ κύριος! Είχε ως άνθρωπος κατανόηση, σεβασμό και αγάπη. Είχε τη θέληση του μικρού παιδιού και ζητούσε να γίνει ακόμα πιο καλός άνθρωπος! Να γίνει ακόμα πιο πιστός χριστιανός...» υπογραμμίζει ο π. Ευδόκιμος. «Ως άνθρωπος, δεν είχε επικοινωνία με ιερέα και πνευματικό. Δούλευε όπως δούλευε. Από τη στιγμή που γνωριστήκαμε και έπειτα ό,τι εγώ του έλεγα το έκανε αμέσως. Του έλεγα, για παράδειγμα, ότι δεν ήταν σωστές κάποιες από τις εμφανίσεις του. Εφυγε από εκεί όπου έδειχνε ό,τι έδειχνε. Μια χαρά άνθρωπος ήταν! Παρακολουθούσε τις λειτουργίες της Μεγάλης Εβδομάδας. Στεκόταν, μάλιστα, όρθιος και, παρόλο που του έλεγα να καθίσει, εκείνος αρνούνταν και επέμενε να παρακολουθεί από την αρχή έως το τέλος όρθιος και σοβαρός».

Η ΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ!

Οι συζητήσεις του αείμνηστου Τζιμάκου με τον γέροντα εκτείνονταν σε ένα ευρύ πεδίο -εκτός των πολιτικών θεμάτων-, χωρίς να περιορίζονται αυστηρά στα θεολογικά και μόνο. «Κουβεντιάζαμε πολύ και για τη μαγειρική. Εκείνος, βέβαια, μαγείρευε, αλλά και εγώ, όπως λένε οι άλλοι, είμαι καλός μάγειρας! Του άρεσε να του μαγειρεύω μακαρόνια με τη δική μου συνταγή. Εξάλλου, είμαι αυτοδίδακτος στη μαγειρική. Με ακολουθούσε συχνά και σε εκδηλώσεις. Είχε έρθει σε μια παρουσίαση βιβλίου μου με θέμα τη μαγειρική. Ηταν πρώτος και καλός! Μάλιστα, τον είχα καλέσει τότε να πει και δύο κουβέντες...»

«Ζούσε έχοντας μέσα του την Εκκλησία. Θαρρώ ότι αυτό ήταν το σημαντικό»

Ο σεβάσμιος γέροντας δεν κρύβει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν κατάφερε να παρευρεθεί στην κηδεία του δημοφιλούς καλλιτέχνη, όπου τον εκπροσώπησε άλλος μοναχός του μοναστηριού. Παραδέχεται ότι δεν έδειχνε ο ίδιος προτίμηση για τα τραγούδια που εκείνος συνέθετε, και μάλιστα τον παρότρυνε να ερμηνεύσει άλλου είδους τραγούδια: «Οταν του έκανα αυτή την παρατήρηση, απαντούσε ότι εργαζόταν και έλεγε αυτά τα τραγούδια για να ζήσει και αυτός. Οπου πήγαινε, πάντως, ο κόσμος τον αγαπούσε και τον σεβόταν. Εδώ, στην Ανδρο, οι άνθρωποι τον έκλαψαν! Πριν από λίγο καιρό, όταν συνάντησα έναν γνωστό μου, είπε: “Αχ, Ευδόκιμε, πέθανε ο Τζιμάκος μας!” “Τι να κάνουμε; Ολοι θα πεθάνουμε κάποια ημέρα. Να κάνουμε την προσευχή μας να πάει αυτός στα χέρια του Θεού!” του απάντησα».

ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΙ

Ο π. Ευδόκιμος στέκεται ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ο Τζίμης είχε πολύ χιούμορ και πως έλεγαν μεταξύ τους ωραία και σοβαρά ανέκδοτα: «Είχε μια σοβαρότητα που δεν την καταλάβαινες, επειδή τον έβλεπες γελαστό και χαρούμενο. Οταν ερχόταν στο μοναστήρι, ήταν σαν να πήγαινε στην οικογένειά του! Ηθελε αμέσως να προσκυνήσει τον Αγιο Παντελεήμονα και την Παναγία. Είχε όρεξη να μιλήσει με έναν ιερέα. Εδειχνε ότι ήταν ενθουσιασμένος με τη ζωή του και δεν έκανε ποτέ παράπονα για άλλους ανθρώπους. Ηταν έξυπνος και μορφωμένος. Ζούσε έχοντας συγχρόνως μέσα του την Εκκλησία και θαρρώ ότι αυτό ήταν ένα μεγαλείο μέσα του. Του έλεγα ότι ήταν άγιος άνθρωπος!»

Από την Εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια