Στη Βουλή η δικογραφία για τη βίλα Στουρνάρα!

Ο πρώην υπ. Οικονομικών φέρεται ότι δεν δήλωσε στο «πόθεν έσχες» ότι είχε και πισίνα 105 τ.μ.

Η υπόθεση της πισίνας του Γιάννη Στουρνάρα έρχεται να προστεθεί στη χορεία των θεμάτων διαφάνειας που έχουν ανοίξει το τελευταίο διάστημα. Χθες διαβιβάστηκε στη Βουλή και η δικογραφία κατά του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος για την υποβολή ανακριβούς δήλωσης «πόθεν έσχες» κατ’ εξακολούθηση.

Η υπόθεση αφορά την περίοδο που ο κ. Στουρνάρας ήταν υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Σαμαρά (2012-2014). Συγκεκριμένα, και ενώ τα λαϊκά και μεσαία νοικοκυριά στενάζουν από τον αβάσταχτο ΕΝΦΙΑ που εισήχθη το 2011, ο κ. Στουρνάρας φέρεται, αν και αρμόδιος υπουργός, ότι δεν δήλωνε στο «πόθεν έσχες» του την πισίνα που έχει στην οικία του στη Σύρο, έκτασης 105 τετραγωνικών μέτρων, ως μέρος εξοχικής οικίας συνολικής επιφάνειας περίπου 500 μέτρων. Εκτός από τα αδήλωτα στο «πόθεν έσχες», ο κεντρικός τραπεζίτης φέρεται ότι είναι εκτεθειμένος όσον αφορά και το κόστος κατασκευής, καθώς δηλώνει ότι κατασκεύασε την πισίνα των 105 τετραγωνικών με μόλις 4.500 ευρώ.

Το θέμα ήρθε στο φως από δημοσίευμα κυριακάτικης εφημερίδας, σύμφωνα με το οποίο προκύπτουν ερωτήματα και για το πραγματικό κόστος του εξοχικού του κ. Στουρνάρα, καθώς η κατοικία στη Σύρο των 520 τετραγωνικών σε οικόπεδο τεσσάρων στρεμμάτων δηλώθηκε να έχει κοστίσει λιγότερο από 150.000 ευρώ.

«Στοχοποίηση»

Ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος είχε διαψεύσει το σχετικό δημοσίευμα, καταγγέλλοντας με τη σειρά του στοχοποίηση του ίδιου και της συζύγου του. «Ουδεμία ανακρίβεια υπάρχει στις δηλώσεις περιουσιακής μου κατάστασης είτε των ετών 2012, 2013, που αναφέρονται στο δημοσίευμα, είτε μεταγενέστερα. Οι αλλαγές στο εμβαδόν της εξοχικής κατοικίας της οικογένειάς μου στη Σύρο οφείλονται στην υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 4178/2013 περί αλλαγής χρήσης βοηθητικών χώρων σε κύριους χώρους.

Η αλλαγή χρήσης δηλώθηκε πάραυτα και ουδεμία ανακρίβεια υπάρχει. Αυτά είναι άλλωστε γεγονότα γνωστά εδώ και πολλά χρόνια στις αρμόδιες Αρχές, τόσο από τις δηλώσεις περιουσιακής μου κατάστασης όσο και από τις φορολογικές μου δηλώσεις» υποστηρίζει ο κ. Στουρνάρας.

Επιμένει (!) να είναι πιο σκληρός από την τρόικα

Στη θέση του ότι η Ελλάδα πρέπει να υπαχθεί σε προληπτική πιστωτική γραμμή μετά τη λήξη του 3ου Μνημονίου, τον Αύγουστο, επιμένει ο Γιάννης Στουρνάρας, ο οποίος με τον τρόπο αυτόν κάνει ρελάνς σε βάρος της κυβέρνησης, σε μια φάση που ο ίδιος και η σύζυγός του αισθάνονται την πίεση της υπόθεσης Novartis.

Ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος τάχθηκε εκ νέου υπέρ της προληπτικής πιστωτικής γραμμής χθες, μιλώντας σε εκδήλωση του Ελληνοϊσπανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου. Στον ενάμιση μήνα που μεσολάβησε από την πρώτη φορά που ο κ. Στουρνάρας διατύπωσε την άποψη αυτή, κατέστη σαφές ότι οι δανειστές έχουν αποδεχθεί την έξοδο από τα Μνημόνια χωρίς πιστωτική γραμμή. Ωστόσο, ο κεντρικός τραπεζίτης εμφανίζεται πιο σκληρός και από τους ξένους πιστωτές, και εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι «η ύπαρξη ενός πλαισίου προληπτικής πιστωτικής γραμμής θα ήταν επωφελής για την ελληνική οικονομία, συμβάλλοντας στην αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού».

Οπως λέει, «έχουμε ακόμα δρόμο για να μπορέσει η Ελλάδα να αξιοποιήσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές σε βιώσιμες συνθήκες μετά το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018». Μάλιστα, ενώ χαρακτηρίζει χρήσιμο το «μαξιλάρι» ρευστότητας που δημιουργείται για να διευκολυνθεί η πλήρης επιστροφή στις αγορές μετά τον Αύγουστο, επιμένει ότι η πιστωτική γραμμή θα προσέφερε «εξασφάλιση», ειδικά σε περίπτωση που οι συνθήκες στη διεθνή αγορά χειροτερέψουν, και θα διευκολύνει τις ελληνικές τράπεζες, γιατί θα τους επιτρέψει να αντλούν ρευστότητα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) χρησιμοποιώντας ως ενέχυρο ελληνικά κρατικά ομόλογα.

Κατά τα λοιπά, ο διοικητής της ΤτΕ σημείωσε ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ φέτος είναι επιτεύξιμος, υποστήριξε ότι η Ελλάδα κατάφερε τα τελευταία οκτώ χρόνια να διορθώσει τις ανισορροπίες, «εφαρμόζοντας τολμηρές οικονομικές μεταρρυθμίσεις και το πρόγραμμα προσαρμογής», και επανέλαβε ότι καθυστερήσεις ή οπισθοδρομήσεις στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων θα «αδυνατίσουν» το θετικό outlook της οικονομίας και θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην επενδυτική εμπιστοσύνη.