Η «Βασιλεία του Τρόμου» τότε και τώρα

Η σημερινή εποχή έχει συντελέσει στη συντριβή της αστικής τάξης. Η πολιτική τάξη νομιμοποίησε τα εξοντωτικά φοροεισπρακτικά μέτρα των δανειστών, ώστε να διώκονται όσοι αδυνατούν να ανταποκριθούν

Από τον 
Νίκο Παπουτσόπουλο

Η τρομοκρατία χωρίς αρετή είναι ανήθικη. Ο τρόμος είναι το ελατήριο της δεσποτικής κυβέρνησης», σύμφωνα με τον Ροβεσπιέρο. Στον ίδιο, άλλωστε, αποδίδεται και η γνώμη: «Οταν ο λαός καταπιέζεται, όταν δεν έχει καμία άλλη ελπίδα εκτός από τον εαυτό του, θα ήταν προδότης εκείνος που δεν θα τον συμβούλευε να ξεσηκωθεί». Οι σύγχρονες χρηματοπιστωτικές εταιρίες, με την επιβολή παράλογων οικονομικών μέτρων, εγκαινίασαν νέα «εποχή τρόμου», καθώς οι τάξεις των πολιτικών επέτρεψαν σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς να επιδίδονται σε ληστρικό δανεισμό, σε συνδυασμό με νέους νόμους. Από αυτόν τον συνδυασμό έχει προκύψει νέα τάξη «δούλων» (πρώην ελεύθεροι πολίτες) με τη συνεχή υποχρέωση τακτικών χρηματικών καταβολών. 

Η εποχή της νέας τρομοκρατίας έχει συντελέσει στη συντριβή της αστικής τάξης, όπως αυτήν ορίζουν πλέον τα τετραγωνικά της αξιοπρεπούς διαβίωσης ή οι αποταμιεύσεις ετών, με ταχύτατους ρυθμούς, που επάξια ανταγωνίζονται εκείνους της ανεργίας και της φτωχοποίησης, της πνευματικής και της κοινωνικής εξαθλίωσης, αλλά και της υποχρεωτικής εξόδου των παραγωγικών ηλικιών από τη χώρα.

Με παραποιήσεις οικονομικών στοιχείων, συνεχή δυσφήμηση της χώρας και διασυρμό των πολιτών, επιπόλαιοι κυβερνητικοί χειρισμοί οδήγησαν τη χώρα σε περιπέτειες και δεινά. Τις υγιείς αντιστάσεις του λαού έκαμψε η επίμονη διασπορά τρόμου και πλημμύρας ζοφερών ειδήσεων που προέβλεπαν μέλλον σκοτεινό και αβέβαιο.

Η πολιτική τάξη έσπευσε να νομιμοποιήσει τα εξοντωτικά φοροεισπρακτικά μέτρα που θέσπισαν οι δανειστές, ώστε να διώκονται ανάλγητα όσοι αδυνατούν να ανταποκριθούν. Οι φθηνές και εύκολες δικαιολογίες, τα λογοπαίγνια της παχύδερμης πολιτικής είχαν στόχο την ενοχοποίηση των πολιτών, την καταστολή των διαμαρτυριών, τη συγκάλυψη της ολέθριας παραίτησης του κράτους από τις ευθύνες του προς τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Οι εκρήξεις οργής και θυμού των πολιτών άφησαν άθικτο το σώμα των πολιτικών να παρακολουθεί τη διολίσθηση θεσμών και κράτους δικαίου.

Σε κράτος δικαίου, ο νόμος παρέχει επαρκή προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων: δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία και την ασφάλεια, σε δίκη δίκαιη και προστασία από ψυχικές και σωματικές δοκιμασίες που αλλοιώνουν την ποιότητα της ζωής, προστασία από δουλείες όποιας μορφής, από τιμωρία άδικη. Το κράτος δικαίου, ιδιαίτερα ύστερα από την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, σέβεται τον ιδιωτικό βίο, την ελευθερία σκέψης και έκφρασης, προστατεύει την περιουσία του πολίτη. «Οι άνθρωποι συγκρότησαν κοινωνία προκειμένου να διασφαλίσουν την περιουσία τους», σύμφωνα με τον Τζον Λοκ.

Ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος κυβέρνησε δικτατορικά («Βασιλεία του Τρόμου»), με την υποστήριξη των νέων οργάνων που είχε θεσπίσει η Συμβατική Εθνοσυνέλευση (Convention Nationale): το Επαναστατικό Δικαστήριο (Tribunal Revolutionnaire), το οποίο με συνοπτικές διαδικασίες έστελνε στην γκιλοτίνα όσους θεωρούσε «εχθρούς του λαού», και την πανίσχυρη Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας (Comite de salut public), που είχε αναλάβει την προστασία της νέας δημοκρατίας από ξένες επιθέσεις και εσωτερικές ανταρσίες. Στην περίοδο της «Βασιλείας του Τρόμου», σύμφωνα με ιδέες και εισηγήσεις του Ζορζ Κουτόν, εκατοντάδες άτομα, συχνά αθώα, έχασαν τη ζωή τους σε ένα κλίμα συκοφαντιών και χάους. Είχαν αφαιρέσει από τους κατηγορουμένους το δικαίωμα της υπεράσπισης, με πρόσχημα την κρισιμότητα των στιγμών, για την εδραίωση της επανάστασης. 
Μεταξύ των θυμάτων, οι μετριοπαθείς Γιρονδίνοι, οι πολιτικοί τους οποίους θεωρούσαν «ακραίους», στρατιωτικοί και ευγενείς αστοί, αλλά και όσοι είχαν εκφράσει τη διαφωνία τους με τα μέτρα τρόμου, όπως ο Δαντόν και ο Ντεμουλέν.

Ο Ροβεσπιέρος, ηγετική μορφή της Τριανδρίας (με τον Σεν Ζιστ και τον Ζορζ Κουτόν), επιχείρησε μεγάλες κοινωνικές τομές, όπως η εκκαθάριση του στρατού, η αναμόρφωση του ημερολογίου, με την υιοθέτηση ενός νέου, επαναστατικού δημοκρατικού, η κρατικοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Την περίοδο εκείνη αφαίρεσαν τα προνόμια του κλήρου, κατασκεύασαν όπλα από τις καμπάνες και τα σήμαντρα των ναών, καθιέρωσαν πολιτειακή λατρεία του «Υπέρτατου Οντος» («Culte de l' Etre Supreme»), στο οποίο ανέθεσαν την προστασία της δημοκρατίας και της πολιτικής αρετής. 

«Γεννήθηκα για να πολεμώ το έγκλημα και όχι να το κυβερνώ» υποστήριζε ο Ροβεσπιέρος. «Δεν έφθασε ακόμη ο καιρός που οι χρηστοί πολίτες θα είναι σε θέση να υπηρετούν ατιμώρητοι την πατρίδα. Οι υπερασπιστές της ελευθερίας θα εξοντώνονται πάντα όσο θα κυριαρχούν οι απατεώνες». 

Τον Ιούλιο του 1794 ο «Αδιάφθορος», όπως συνήθιζαν να αποκαλούν οι φίλοι και οπαδοί τον Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο, εμφανίσθηκε στη Συμβατική Συνέλευση και ανέφερε ότι είχε στη διάθεσή του κατάλογο με «εχθρούς του λαού», μεταξύ των οποίων και μέλη της Συνέλευσης, ονόματα των οποίων απέφυγε να αναφέρει. Πολλά από τα μέλη της Συμβατικής, με τον φόβο αποκαλύψεων, της πιθανής σύλληψης και της εκτέλεσής τους με συνοπτικές διαδικασίες, τον εμπόδισαν να συνεχίσει την ομιλία του. Αλλά και φίλος και στενός συνεργάτης του, ο δεινός ρήτορας Σεν Ζιστ, κατόρθωσε αυτή τη φορά να παρασύρει τα πλήθη, με αποτέλεσμα τα περισσότερα μέλη της Συνέλευσης να απαιτήσουν τη σύλληψή τους με την κατηγορία των «εχθρών της ενότητας του λαού» και να τους οδηγήσουν την επομένη στην γκιλοτίνα.
Ο Ροβεσπιέρος και ο Σεν Ζιστ αναφέρονται ως τα τελευταία θύματα της «Βασιλείας του Τρόμου», της τραγικής περιόδου την αυλαία της οποίας είχε ανοίξει η Μαρία Αντουανέτα.