Ξήλωσαν τους έμπειρους εφοριακούς

Πολλά ερωτήματα για την εξαφάνιση της ομάδας κρούσης που «ενοχλούσε» σημαντικούς οικονομικούς παράγοντες

Μέρος 6ο

Ερευνα:
Μαρία Παναγιώτου
Ντίνα Ιωακειμίδου

Την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, τους πρώτους δηλαδή μήνες έως και την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2015, καλούνται οι φορολογικές υπηρεσίες και οι ικανότεροι ελεγκτές με μεγάλη πείρα στον φορολογικό έλεγχο να συστρατευτούν για την αποκάλυψη της μεγάλης φοροδιαφυγής και την είσπραξη των δημόσιων εσόδων από τους έχοντες και κατέχοντες. Στη συσταθείσα ήδη από το 2012 Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ), που ακολούθως μετεξελίχθηκε σε Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), αναλαμβάνουν επικεφαλής άνθρωποι της απολύτου εμπιστοσύνης των δανειστών. Αρχικά αναλαμβάνει ο Χάρης Θεοχάρης, ο οποίος σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα εξωθείται σε παραίτηση από την κυβέρνηση Σαμαρά, προκαλώντας τη δυσφορία των τροϊκανών.

Ακολούθως αναλαμβάνει η έτερη εκλεκτή των θεσμών, η Κ. Σαββαΐδου, η οποία διακρίθηκε για την παρεμπόδιση του έργου του ΣΔΟΕ, αλλά και για το «ψαλίδισμα» των φορολογικών προστίμων σε υποθέσεις μεγάλης φοροδιαφυγής. Πέραν της υπόθεσης του διευθύνοντος συμβούλου στην οποία αναφερθήκαμε διεξοδικά στο χθεσινό μας δημοσίευμα, η κυρία Σαββαΐδου παγώνει μέσω επανελέγχου πρόστιμο 78.000.000 ευρώ, το οποίο επιβλήθηκε στην εταιρία Gennet. Ανθρωποι της φορολογικής Αρχής που ενεπλάκησαν στον συγκεκριμένο έλεγχο κάνουν λόγο για «απολύτως τεκμηριωμένη και δεμένη υπόθεση». Ο επανέλεγχος προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις: Δύο προϊστάμενοι παραιτούνται και σε 20 εφοριακούς υποβάλλονται μηνύσεις. Παράλληλα, διατάσσεται ένορκη διοικητική εξέταση, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρηθούν, να λοιδωρηθούν και να απαξιωθούν αυτοί ακριβώς στους οποίους ανατέθηκε ο ρόλος της διερεύνησης των οικονομικών σκανδάλων. Η υπόθεση της πρώην γενικής γραμματέως έχει λάβει πλέον τον δρόμο της Δικαιοσύνης.

Aντί επαίνου

Ομως τι συνέβη στη συνέχεια με την ανάληψη των καθηκόντων της ΓΓΔΕ και ακολούθως της ΑΑΔΕ από τον νυν διοικητή της Γιώργο Πιτσιλή; Οσοι συστρατεύτηκαν στις υποθέσεις μεγάλης φοροδιαφυγής με εντυπωσιακά αποτελέσματα στη διαδικασία είσπραξης δημοσίων εσόδων αποπέμφθηκαν, παραγκωνίστηκαν, υποβαθμίστηκαν, ξηλώθηκαν με ιδιαίτερη σπουδή. Ο υπεύθυνος από το Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ) της διερεύνησης της υπόθεσης Gennet επί δύο ημέρες κλήθηκε σε απολογία στο γραφείο του Γ. Πιτσιλή και, ενώ το πόρισμα της ΕΔΕ ήταν απαλλακτικό γι' αυτόν, βρέθηκε από τη θέση της φορολόγησης του μεγάλου κεφαλαίου σε μια εφορία με αντικείμενο τον έλεγχο των βιβλίων της β΄ κατηγορίας. Το ίδιο συνέβη με όλη την εκλεκτή ομάδα, την ομάδα κρούσης για τον εντοπισμό των μεγάλων υποθέσεων. Δεν έμεινε σχεδόν κανείς. Ο ένας μετά τον άλλον υποβαθμίστηκαν, λαμβάνοντας δυσμενείς μεταθέσεις.

Τον Σεπτέμβριο του 2016 ο Γ. Πιτσιλής αποπέμπει με ιταμό τρόπο και τον διευθυντή του ΚΕΦΟΜΕΠ Δημήτρη Μασίνα, που είχε ενοχλήσει πολλούς οικονομικά ισχυρούς παράγοντες της χώρας. Ο κ. Μασίνας εκδιώκεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι έλεγχοι για φοροδιαφυγή επιταχύνονται και αρχίζει η εισροή πολλών εκατομμυρίων ευρώ στα δημόσια ταμεία. Μάλιστα, η πρεμούρα του επικεφαλής κ. Πιτσιλή είναι τέτοιας έκτασης, που έφτασε στο σημείο να στείλει με υπηρεσιακό αυτοκίνητο τον ίδιο τον οδηγό του να παραλάβει τον κ. Μασίνα από το ΚΕΦΟΜΕΠ και να υπογράψει τα έγγραφα της παραίτησής του έτσι ώστε αυτά να επιστραφούν άμεσα στο γραφείο του γενικού γραμματέα.

Για την ιστορία, μεταξύ των φορολογικών ελέγχων και των προστίμων που βεβαιώθηκαν κατά την περίοδο που διετέλεσε διευθυντής του ΚΕΦΟΜΕΠ ο κ. Μασίνας περιλαμβάνονται ονόματα όπως του Χ. Καλογρίτσα, του μακαρίτη Ανδρ. Βγενόπουλου, του Στ. Ψυχάρη και άλλων.
«Θεωρούσαμε ότι πράτταμε το πατριωτικό μας καθήκον. Η προσπάθειά μας ήταν να απαλλάξουμε από τα δυσβάσταχτα οικονομικά βάρη τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις» σημειώνουν με πίκρα οι πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου. Από τον πρώην γραμματέα του ΣΔΟΕ Π. Δάνη έως τον Δ. Μασίνα και τους έμπειρους υπαλλήλους της φορολογικής Αρχής που ενεπλάκησαν στη μάχη κατά της μεγάλης φοροδιαφυγής το συναίσθημα είναι κοινό: οργή, πικρία, αλλά και φόβος. Και αυτό καθώς πολλοί εκ των πρωταγωνιστών εκείνης της περιόδου θεωρούν ότι κινδυνεύει ακόμη και η ζωή τους. Και το γεγονός αυτό δεν συνιστά δημοσιογραφική υπερβολή...

Η «λίστα Λαγκάρντ» από 2012 έως 2015

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το έγγραφο που δημοσιοποιεί σήμερα η «δημοκρατία» και αφορά την πορεία της «λίστας Λαγκάρντ» από το 2012 έως και το 2015.
Το 2012 ουδεμία εντολή ελέγχου εκδόθηκε. Το 2013 εκδίδεται εντολή ελέγχου για 258 πρόσωπα, καθώς και για άλλα πέντε που κρίνεται ότι σχετίζονται με την υπόθεση. Ολοκληρώνεται ο έλεγχος τριών υποθέσεων και ακόμη μίας που σχετίζεται με αυτήν. Η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη προσδιορίζεται σε 6.111.188,64 ευρώ και η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη σχετιζομένων προσώπων σε 193.499,47 ευρώ.

Το 2014 αρχίζει ο έλεγχος για 194 υποθέσεις της λίστας, καθώς και ακόμη 10 υποθέσεων που σχετίζονται με τη λίστα, ενώ ολοκληρώνονται 30 υποθέσεις, καθώς και ακόμη τέσσερις που σχετίζονται με την υπόθεση, ενώ η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη εντοπίζεται στα 22.531.440,60 ευρώ. Αντίστοιχα, η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη σχετιζομένων προσώπων προσδιορίζεται στα 8.709.450,26 ευρώ.

Το 2015 εκδίδεται εντολή ελέγχου για δύο υποθέσεις της λίστας και ακόμη δύο προσώπων που σχετίζονται με την υπόθεση. Ολοκληρώνεται ο έλεγχος για 20 υποθέσεις και για ακόμη μία προσώπου που σχετίζεται, η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη προσδιορίζεται σε 6.447.566,49 ευρώ, ενώ η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη σχετιζόμενων προσώπων ανέρχεται σε 1.776.154,11 ευρώ.

Συνολικά ο αριθμός των υποθέσεων για τις οποίες εκδόθηκε εντολή ελέγχου ανέρχεται σε 454, ενώ σε αυτές προστίθενται και 17 υποθέσεις σχετιζόμενων προσώπων. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών έχει ολοκληρωθεί ο έλεγχος σε 53 υποθέσεις, καθώς και σε έξι σχετιζόμενα πρόσωπα. Η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη προσδιορίζεται σε 35.090.195,73 ευρώ και η αντίστοιχη των σχετιζόμενων προσώπων σε 10.679.103,84 ευρώ. Η συνολική αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη μόνο για αυτές τις υποθέσεις ανέρχεται σε 45.769.299,57 ευρώ.