Ποιοι δεν θέλουν το άνοιγμα της αγοράς των τηλεπικοινωνιών;

Η πώληση της Forthnet, οι τρεις «μνηστήρες», η διπλή πρόταση από τη Wind και η κοινοπραξία Athena - Odyssey που αποτελεί τον νέο «παίκτη»

Μάχες οπισθοφυλακών ώστε να μην ανοίξει στον ανταγωνισμό η ελληνική αγορά τηλεπικοινωνιών δίνουν παράγοντες του κλάδου με αφορμή τη διαδικασία που προωθούν οι τράπεζες για την πώληση της Forthnet. 

Σύμφωνα με πληροφορίες, στο τελικό στάδιο του διαγωνισμού έχουν περάσει τρεις διεκδικητές, και συγκεκριμένα η κοινοπραξία της Vodafone Ελλάδας με τη Wind Hellas, η κοινοπραξία των δύο βασικών μετόχων της Wind (!), δηλαδή οι επενδυτικές εταιρίες Golden Tree Asset Management και Cyrus, καθώς και ένας νέος υποψήφιος παίκτης στην αγορά, η κοινοπραξία Athena - Odyssey. Του τελευταίου σχήματος ηγείται μια παλιά καραβάνα της παγκόσμιας αγοράς τηλεπικοινωνιών, ο Stan Miller, πρώην ανώτατο στέλεχος της νοτιοαφρικανικής Nethold, η οποία είχε πωλήσει τη συνδρομητική πλατφόρμα της Multichoice στη Forthnet προ δεκαετίας. Ο Miller είναι σήμερα, μεταξύ άλλων, και μη εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου της MTN Group, του μεγαλύτερου τηλεπικοινωνιακού ομίλου σε Αφρική και Μέση Ανατολή.

Στην αγορά υποστηρίζουν πως πιθανή επικράτηση της κοινοπραξίας Vodafone - Wind ή της κοινοπραξίας των βασικών μετόχων της Wind θα συμβάλει στη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος ολιγοπωλίου στην ελληνική αγορά τηλεπικοινωνιών, με τις γνωστές επιπτώσεις στις τιμές και στην ποιότητα υπηρεσιών. Το χαμηλό επίπεδο του ανταγωνισμού είναι θέμα που έχουν κατά καιρούς επισημάνει τα πλέον αρμόδια κυβερνητικά στελέχη, όπως ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Νίκος Παππάς. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν πως τυχόν εξαγορά της Forthnet από τη Wind ενδέχεται να σκοντάψει στις υπηρεσίες ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς οι τέσσερις «παίκτες» στην ελληνική αγορά τηλεπικοινωνιών θα γίνουν τρεις (ΟΤΕ, Vodafone, Wind).

Γι’ αυτόν τον λόγο, από το πρώτο στάδιο του διαγωνισμού, που συντονίζει για λογαριασμό των τραπεζών η ιαπωνική Nomura International, κάποιοι υποψήφιοι είχαν ζητήσει να ακολουθηθεί διαφορετική διαδικασία. Πρότειναν, μεταξύ άλλων, να ζητηθεί «προέγκριση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) στην περίπτωση που επικρατήσουν τα δύο σχήματα που οδηγούν τη Forthnet στην αγκαλιά της Wind».

Ετσι, θεωρούν πως δεν θα υπάρξει εμπλοκή εκ των υστέρων (π.χ. αν δεν εγκριθεί από την ΕΕΤΤ ή από τις ευρωπαϊκές Αρχές ανταγωνισμού η συμφωνία εξαγοράς) πάλι προς όφελος όσων επιδιώκουν τη διατήρηση της σημερινής ολιγοπωλιακής κατάστασης. Οπως δήλωναν προ ημερών στην «κυριακάτικη δημοκρατία», «ούτε η Vodafone ούτε η Wind θα στενοχωρηθούν αν επικρατήσουν στον διαγωνισμό και έπειτα από 10-12 μήνες απορριφθεί η εξαγορά από τις αντιμονοπωλιακές Αρχές! Γιατί, ούτως ή άλλως, θα μπορέσουν να πάρουν το πελατολόγιο και πιθανώς τις υποδομές της χρεοκοπημένης πλέον Forthnet με σχεδόν μηδενική επένδυση».

Οι ίδιοι παράγοντες υποστήριζαν, πάλι από την αρχή της σκοτεινής διαδικασίας που ακολουθούν οι τράπεζες με την πώληση της Forthnet, πως στους όρους του διαγωνισμού προβλέπεται πως «κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να καταθέσει μόνο μία προσφορά και πως κάθε μέλος κοινοπραξίας μπορεί να συμμετέχει μόνο σε μία κοινοπραξία». Γι’ αυτό θεωρούν πως κακώς η Wind κατεβαίνει με δύο προσφορές: μία που κατέθεσε σε συνεργασία με τη Vodafone και μία που κατέθεσαν οι βασικοί μέτοχοί της. Οπως εξηγούν, «και οι δύο προσφορές οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα: στην απόκτηση της Forthnet από τη Wind».
Οσοι θεωρούν θετική εξέλιξη την είσοδο ενός τέταρτου «παίκτη» στην αγορά παραπέμπουν και στις πρόσφατες δηλώσεις του Ν. Παππά, σύμφωνα με τις οποίες «η Ελλάδα είναι δυστυχώς μια αγορά μονοπωλιακή, ολιγοπωλιακή κατ’ επίφαση, στις τηλεπικοινωνίες».

Ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής είχε προσθέσει πως «η Ελλάδα είναι η χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό συγκέντρωσης στο επίπεδο των δικτύων και η αγορά που δεν έχει συνδεσιμότητα (σ.σ.: πακέτα σύνδεσης στο διαδίκτυο) με ταχύτητες άνω των 100 Mbps. Ολοι μας είμαστε μάρτυρες φαινομένων όπου δυστυχώς διαφημίζονται ταχύτητες στο διαδίκτυο οι οποίες δεν είναι πραγματοποιήσιμες. Πακέτα των 24 Mbps που τελικά είναι 4 ή 5 ή 6 Mbps».

Οι ακριβές χρεώσεις και οι συνθήκες ολιγοπωλίου

Πρόσφατη έρευνα της εταιρίας inCITES Consulting έδειξε πως οι τιμές της κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα είναι συγκρίσιμες με αυτές του μέσου όρου των χωρών της ΕΕ28 για τα μικρότερα πακέτα (σε όρους ομιλίας, SMS και δεδομένα), αλλά για τα μεγαλύτερα πακέτα (που χρειάζονται οι πιο απαιτητικοί χρήστες) είναι έως και τρεις φορές πιο πάνω. Στην έρευνα αναφερόταν πως η αγορά κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα συνιστά ένα ολιγοπώλιο, αφού έχει μόνο τρεις κύριους παρόχους σε όρους μεριδίων αγοράς. «Σε ένα ολιγοπώλιο οι εταιρίες έχουν μικρά οφέλη από το να ακολουθήσουν μια πολύ επιθετική τιμολογιακή πολιτική για να κερδίσουν μερίδιο αγοράς έναντι των ανταγωνιστών τους, μια και κάτι τέτοιο θα έβλαπτε την κερδοφορία των ιδίων αλλά και ολόκληρου του κλάδου». Αναφερόταν, επίσης, πως η ελληνική αγορά «χαρακτηρίζεται από μικρό αριθμό παικτών, έχει υψηλά εμπόδια εισόδου νέων παικτών και η διαφοροποίηση μεταξύ των προσφερόμενων υπηρεσιών από διάφορους παρόχους είναι σχετικά μικρή».

Από την τύχη του διαγωνισμού για την πώληση της Forthnet θα εξαρτηθεί το άνοιγμα της ελληνικής αγοράς τηλεπικοινωνιών που παραμένει ζητούμενο τα τελευταία χρόνια. Η πολυετής κρίσης περιόρισε ακόμα περισσότερο τον αριθμό των εταιριών στον απαιτητικό κλάδο, με σοβαρές επιπτώσεις στην τιμολογιακή πολιτική και στο επίπεδο υπηρεσιών.