Λυκούργος Αγγελόπουλος: «Η Μουσική των Αγγέλων»

Ο Λ. Αγγελόπουλος διετέλεσε πρωτοψάλτης του ναού της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου της πρώτης Μητρόπολης Αθηνών από το 1982 και ήταν ο εμπνευστής, ο ιδρυτής και ο διευθυντής της Ελληνικής  Βυζαντινής Χορωδίας

Από τον 
Νίκο Παπουτσόπουλο

Η πασχαλινή υμνογραφία συμπυκνώνει όλο το νόημα της Ανάστασης, την ελπίδα αλλά και τη βεβαιότητα των πιστών για την πορεία προς την αλήθεια και τη ζωή, είχε επισημάνει ο Λυκούργος Αγγελόπουλος. Είναι η πρόγευσις της Βασιλείας των ουρανών και, βέβαια, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Το γράφει καθαρά ο Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις ημών».

Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο πως η διαδρομή, η πορεία των πιστών, μέσα από τις καθημερινές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος, υποστηρίζεται από ένα εκπληκτικού πλούτου υμνογραφικό, δηλαδή ποιητικό και μουσικό ταυτόχρονα πλαίσιο.
Ποιος δεν περιμένει να ακούσει το Μ. Σάββατο το ιδιαίτερα κατανυκτικό αλλά και χαρακτηριστικό μέλος του Ιακώβου Πρωτοψάλτου, «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία», και το Κοινωνικό του Πέτρου Λαμπαδαρίου, «Εξηγέρθη ως ο υπνών», που εξικνείται στις ακραίες περιοχές βάθους και ύψους του μέλους, σύμφωνα με την τάση που περιγράφει ο θεωρητικός της μεθόδου, που ισχύει, ο μητροπολίτης Χρύσανθος, στο «Μέγα Θεωρητικόν»: «Μίμησις δε προς τα νοούμενα είναι το να μελίζωμεν με οξείαν μεν την μελωδίαν, εκείνα εις τα οποία νοείταί τις ύψος/ ως ουρανός όρος/ με βαρείαν δε μελωδίαν εκείνα εις τα οποία νοείταί τις χαρά/ ως παράδεισος νίκη/ με σκυθρωπόν δε ήχον εκείνα εις τα οποία νοείταί τις λύπη/ ως θάνατος καταδίκη».

Η ποιητική και μουσική πορεία εντείνεται κάθε ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδος και κορυφώνεται, όπως είναι φυσικό, στην Ανάσταση, έλεγε ο άρχων πρωτοψάλτης της Αγιωτάτης Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και διευθυντής της Ελληνικής Βυζαντινής Χορωδίας Λυκούργος Αγγελόπουλος. «Το αρχαίο μέλος του “Χριστός Ανέστη”, ο κανόνας, τα στιχηρά του Πάσχα και το Δοξαστικό “Αναστάσεως ημέρα”, είτε στο μέλος του Πέτρου Λαμπαδαρίου είτε στο μελισματικό μέλος του Ιακώβου Πρωτοψάλτου, είναι η μουσική έκφραση της Λαμπρής. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μέλη αυτά είναι μελοποιημένα στους δύο πανηγυρικούς ήχους, τον πρώτο και τον πλάγιο του πρώτου.

Το “Χριστός Ανέστη”, εξάλλου, το αρχαιότατο αυτό τροπάριο της πρώτης περιόδου της υμνογραφίας, δίνει το θέμα για την εικαστική απεικόνιση: “αγιογραφικές εικόνες που παριστάνουν την Ανάσταση του Χριστού” γράφει ο Φώτης Κόντογλου, “είναι ζωγραφισμένες με την λειτουργική τεχνοτροπία που την ονομάζουν 'βυζαντινή'. Βυζαντινοί αγιογράφοι δεν ζωγραφίζουν τον Χριστό να εξέρχεται του μνήματος, όπως συνηθίζουν οι ζωγράφοι της Δύσης, αλλά τον Χριστό που κατέβηκε στον Αδη, νικητή του θανάτου και γλίτωσε από την φθορά το ανθρώπινο γένος. Γι' αυτό φέρει και την επιγραφή: 'Η εις Αδου κάθοδος'”. Με τον τρόπο αυτό», κατέληγε ο Λυκούργος Αγγελόπουλος, «λόγος, μουσική και εικόνα υπηρετούν ταπεινά την Ανάσταση».

Ο Λυκούργος Αγγελόπουλος (συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από την κοίμησή του) διετέλεσε πρωτοψάλτης του Ναού της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου της πρώτης Μητρόπολης Αθηνών από το 1982 και ήταν ο εμπνευστής, ο ιδρυτής και ο διευθυντής της Ελληνικής Βυζαντινής Χορωδίας. Κατά τη διάρκεια των περίπου τεσσάρων δεκαετιών συνεχούς παρουσίας, με σεβασμό στην παράδοση και την αφοσίωση στη διδασκαλία, την έρευνα και τη μελέτη, μετέφερε στην Ελλάδα και σε ολόκληρο τον κόσμο τη μακραίωνη μουσική παράδοση, η οποία αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε στον μείζονα ελληνικό χώρο και αποτέλεσε και αποτελεί πηγή πνευματικής έμπνευσης και δημιουργίας. Συμμετείχε σε μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, στα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, στο Early Music Festival της Βοστόνης, στο Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής Μόσχας και Αγίας Πετρούπολης.

Συνεργάστηκε και έδωσε συναυλίες με το Ensemble Organum και το Ensemble Kudsi Erguner και παρουσίασε σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση έργα σύγχρονης μουσικής του Μιχάλη Αδάμη, του Γιώργου Κυριακάκη και του Σωτήρη Φωτόπουλου καθώς και την παλαιά ακολουθία των «Τριών Παίδων εν καμίνω», σε μεταγραφή από τα χειρόγραφα και ανασύσταση από τον Μιχάλη Αδάμη, καθώς και την ακολουθία του Ασματικού Εσπερινού (Οξφόρδη 2001), σε αποκατάσταση και μεταγραφή Αλεξάνδρου Λίγκα-Ιωάννη Αρβανίτη. Εκτός από τις εμφανίσεις της σε πολλές χώρες, ο Λυκούργος Αγγελόπουλος με την Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία πραγματοποίησε ηχογραφήσεις στους μεγαλύτερους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς της Ευρώπης, καταγραφές παλαιότερων σημαντικών μορφών της ψαλτικής τέχνης, από το Αγιον Ορος και άλλα κέντρα της Ορθοδοξίας, ερμηνεία, για πρώτη φορά, αποσπασμάτων αρχαίας ελληνικής μουσικής, παλαιορωμαϊκού και άλλων μελών από λατινικά χειρόγραφα, ηχογραφήσεις συναυλιών με συνθέσεις και μαθήματα των μεγάλων μαϊστόρων της βυζαντινής μουσικής αλλά και σπάνιων παλαιοχριστιανικών ύμνων. Αξιόλογη είναι η πλούσια μουσική εκδοτική παραγωγή, που συνθέτει την πολυσήμαντη προσφορά στη μελέτη και την έρευνα, την οποία συμπληρώνουν η ηχογράφηση και η έκδοση των έργων του μεγάλου βυζαντινού μαΐστορα Ιωάννη Κουκουζέλη, με υποστήριξη από το Ιδρυμα Ωνάση.

Η συνεχής προσπάθεια και η αφοσίωση του Λυκούργου Αγγελόπουλου και υτων συνεργατών της Ελληνικής Βυζαντινής Χορωδίας στην ορθή παιδεία, στη γνώση και τη διάδοση του μουσικού πολιτισμού, η έρευνα και η υψηλής ποιότητας και απαιτήσεων ερμηνεία εξασφάλισαν την αποδοχή της βυζαντινής μουσικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Στη μακρά μουσική πορεία του παρουσίασε τη βυζαντινή μουσική, όπως αυτή έφτασε έως τις μέρες μας με τη γραπτή και την προφορική παράδοση, στην Ελλάδα και σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο, με εκατοντάδες συναυλίες, λειτουργίες και συμμετοχές σε πολλές σημαντικές διεθνείς εκδηλώσεις, επιστημονικά συνέδρια καθώς και σε κορυφαία εκκλησιαστικά γεγονότα, όπως στην πανορθόδοξη θεία λειτουργία των Χριστουγέννων στη Βηθλεέμ, για τον εορτασμό των 2.000 χρόνων από τη Γέννηση του Χριστού, στην αρχαία βασιλική του αγίου Απολλιναρίου in Classe, στη Ραβέννα, στον εσπερινό στην Αγία Σοφία του Κιέβου και στη θεία λειτουργία (στο Κίεβο επίσης) για τον εορτασμό των 1.020 χρόνων από τη βάπτιση των Ρως.

Με απόλυτο σεβασμό στην παράδοση και την προσήλωση στην ερμηνεία, στην έρευνα και τη μελέτη, ο Λυκούργος Αγγελόπουλος και η Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία ερμήνευσαν σε συναυλίες υψηλού καλλιτεχνικού και αισθητικού επιπέδου, αντιπροσωπευτικά μέλη της βυζαντινή μουσικής, από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Πετραία Αραβία και από τη Φινλανδία και τη Ρωσία στην Ιβηρική Χερσόνησο, και απέδωσαν υποδειγματικά το ύφος και την πνευματικότητα της μουσικής, η οποία, σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, «εάν δεν είναι η μουσική των Ελλήνων, είναι η μουσική των Αγγέλων».

Ο Παπαδιαμάντης, άλλωστε, υποστήριζε πως «και αν ήτο δυνατόν επιστημονικώς να αποδειχθή ότι η βυζαντινή μουσική είναι αυτούσιος η μουσική των αρχαίων Ελλήνων, πάλιν οι Λεβαντίνοι θα την απέρριπτον, τάχα ως απηρχαιωμένην και έξω της μόδας. Διότι, όπως είναι τίς ικανός να αισθανθή και να εκτιμήση πράγμα τόσον αβρόν, όσον η βυζαντινή μουσική, πρέπει να έχη απλότητα ή λεπτότητα. Αλλ' η παρ' ημίν ψευδοαριστοκρατία την μεν απλότητα απώλεσεν πρo πολλού, εις βαθμόν δέ τινά λεπτότητος ουδέποτε κατώρθωσε να φθάση. Αλλως η βυζαντινή μουσική είναι τόσο ελληνική όσον πρέπει να είναι. Ούτε εμείς την θέλουμε ούτε την φανταζόμεθα ως αυτήν την μουσικήν των αρχαίων Ελλήνων. Αλλ' είναι η μόνη γνησία και η μόνη υπάρχουσα».

«Ο Λυκούργος Αγγελόπουλος ανήκει στη σπάνια κατηγορία των μουσικών που συνδυάζουν την καλλιτεχνική ευαισθησία με την επιστημονική περιέργεια» είχε αναφέρει ο Γιάννης Ιωαννίδης. «Η προσφορά του τόσο ως εμψυχωτή και διευθυντή της Ελληνικής Βυζαντινής Χορωδίας όσο και ως δασκάλου που ξέρει να μεταγγίζει στους μαθητές του το πάθος για τη γνησιότητα, είναι ανεκτίμητη γιατί συμβάλλει αποφασιστικά στην ιστορικά τεκμηριωμένη και θεμελιωμένη απόδοση της ελληνικής εκκλησιαστικής μουσικής (του μεγάλου αυτού κλάδου της εθνικής μας μουσικής, με τις πανάρχαιες ρίζες και την αξεπέραστη αισθητική και πνευματική αξία), με τρόπο που να προβάλλονται όλη της η αλήθεια και ομορφιά, απαλλαγμένη από ψευδεπίγραφες παραποιήσεις, που δεν εκφράζουν παρά προσωπικές ή τοπικές συνήθειες, ξένες προς την πραγματική ουσία αυτής της μεγάλης μουσικής».