ΤΟ ΒΑΘΥ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΜΕ ΤΟΝ «ΣΟΥΛΤΑΝΟ»!

Αγωνία σε Αθήνα, συμμαχικές κυβερνήσεις και ΝΑΤΟ μετά την κλιμάκωση της προκλητικότητας Ερντογάν

Από τον
Αλέξανδρο Τάρκα*

Προβληματισμός, αγωνία και άγχος (αν και από διαφορετικές αφετηρίες και με διαφορετικές στοχεύσεις) επικρατούν στην Αθήνα, στις συμμαχικές κυβερνήσεις και στο ΝΑΤΟ μετά την κλιμάκωση της προκλητικότητας του προέδρου της Τουρκίας Ρ. Τ. Ερντογάν. 

Ελληνικές και ξένες διπλωματικές πηγές συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι, παρά τις θερμότατες σχέσεις Ελλάδας - ΗΠΑ, η κυβέρνηση Τσίπρα διαπιστώνει ότι η αμερικανική πλευρά αδυνατεί να παρέμβει προς την Τουρκία για την πρόληψη μιας σοβαρής κρίσης στο Αιγαίο. Λόγω της προτεραιότητας του θέματος της Συρίας και της εσωτερικής αναταραχής στην Ουάσινγκτον (καθυστέρηση στην έγκριση διορισμού του υπουργού Εξωτερικών Μ. Πομπέο, διάφορες ανακριτικές διαδικασίες κ.λπ.), οι ανησυχίες για την κατάσταση μεταφέρονται, από τις ΗΠΑ προς την Τουρκία, κυρίως σε μέσο υπηρεσιακό επίπεδο ή έστω επίπεδο υφυπουργού. Οι συγκεκριμένες επαφές είναι ασφαλώς χρήσιμες, αλλά πλέον όχι επαρκείς για την αποτροπή δυσμενέστερων εξελίξεων, αν ληφθεί υπόψη ότι οι αμερικανικές παροτρύνσεις περιορίζονται στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών και δεν φθάνουν για τα θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος στον κ. Ερντογάν.

Οι ίδιες πηγές προσθέτουν πως, παρά τη μέγιστη οργή για τη συνεργασία της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ιράν, η Ουάσινγκτον θα επιμείνει στην πολιτική συγκράτησης της Αγκυρας στο στρατόπεδο της Δύσης με κάθε τρόπο και κόστος. Προς το παρόν, ο Λευκός Οίκος, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο έχουν βρει μια μέση λύση με το Κογκρέσο, ώστε οι κυρώσεις κατά της Αγκυρας για την προμήθεια του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400 να επιβληθούν μόνον αν γίνει η παράδοσή του και όχι για όσο διάστημα συνεχίζονται οι οικονομικές και τεχνικές διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα.

Ταυτόχρονα, εγκυρότατοι κύκλοι της αμυντικής βιομηχανίας, με μεγάλη πείρα και παρελθούσα εμπορική ανάμειξη σε μεγάλα εξοπλιστικά συμβόλαια στη γεωγραφική περιοχή μας, σημειώνουν την πύκνωση των επαφών της αμερικανικής Raytheon με τη γειτονική χώρα. Οι επαφές επιβεβαιώνουν το πολυετές ενδιαφέρον της Raytheon για την πώληση συστοιχιών του πυραυλικού συστήματος Patriot (έκδοση PAC-3) στην Τουρκία, που, εκτός της εμπορικής πτυχής της υπόθεσης, μπορεί να αποκτήσει πολιτική - διπλωματική διάσταση ως δέλεαρ αντικατάστασης του συμβολαίου των S-400 και αποφυγής κυρώσεων του Κογκρέσου. Αλλωστε, συζητήσεις για την απόκτηση Patriot από την Τουρκία έχουν διεξαχθεί, κατά διαστήματα, αρκετές φορές τη διετία 1999-2000, όταν η Ελλάδα είχε σπεύσει πρώτη να ενισχύσει την άμυνά της, υπογράφοντας συμβόλαιο αγοράς των ίδιων συστημάτων (τότε έκδοση PAC-2) και παραλαμβάνοντας, αντί της Κύπρου, ρωσικούς πυραύλους (τότε έκδοση S-300).

Η σημασία του επιτυχημένου συστήματος της Raytheon για την Αγκυρα είναι τόσο μεγάλη, ώστε η επίθεση του διεθνούς συνασπισμού κατά του Ιράκ, την άνοιξη του 2003, είχε καθυστερήσει αρκετές εβδομάδες μέχρι τη μεταφορά και την προσωρινή εγκατάσταση, σε τουρκικό έδαφος, Patriot / PAC 2 από τον στρατό της Ολλανδίας υπό τον φόβο αντιποίνων του Σαντάμ Χουσεΐν. Επίσης, από το 2010 η Raytheon συνεργάζεται με την (ημικρατική) τουρκική εταιρία ηλεκτρονικών Aselsan για τα συστήματα Patriot των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ενώ το διάστημα 2013-2014 είχε συζητηθεί και το ενδεχόμενο υποβολής κοινών προτάσεων της Raytheon και της Lockheed Martin (κατασκευάστρια των F-16 και F-35) προς την Αγκυρα. Σε περίπτωση που υπάρξει πρόοδος στις τρέχουσες επαφές των Τούρκων αρμοδίων με τη Raytheon για την προμήθεια των Patriot / PAC 3 αντί των S-400, αναμένεται πως θα εξεταστεί, εκ νέου, το ενδεχόμενο συνεργασίας με τη Lockheed Martin, η οποία, με τη σειρά της, δεν επιθυμεί μέτρα του Κογκρέσου κατά της Αγκυρας που ίσως θα επηρέαζαν και τα F-35. Η ίδια εταιρία έχει, ως γνωστόν, και άλλη εκκρεμότητα στην περιοχή της ΝΑ Μεσογείου ως προς το τελικό ύψος και τον τρόπο χρηματοδότησης του συμβολαίου εκσυγχρονισμού των F-16 της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Παράλληλα με τις διμερείς επαφές ΗΠΑ - Τουρκίας, μεγάλο ενδιαφέρον έχει και η στάση του ΝΑΤΟ. Ούτως ή άλλως, η Ατλαντική Συμμαχία ανέχεται εδώ και αρκετά χρόνια, πριν ακόμα από το πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, την ιδιότυπη πολιτική του κ. Ερντογάν -ακόμα και μέσα στην έδρα της- και τις «άκομψες» ενέργειές του κατά των εκεί υπηρετούντων Τούρκων διπλωματών και στρατιωτικών. Τώρα, ο γ.γ. Γενς Στόλτενμπεργκ εφαρμόζει την πολιτική κατευνασμού του Τούρκου προέδρου καθ’ υπερβολή. Κατά την προχθεσινή επίσκεψή του στην Αγκυρα ξεπέρασε ακόμα και το γνωστό «δόγμα Λουνς», που ισχύει από το 1984, με την τήρηση ίσων αποστάσεων και τη μη ανάμειξη του ΝΑΤΟ μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, καθώς άκουγε τον υπουργό Εξωτερικών Μ. Τσαβούσογλου να αναφέρεται δημοσίως σε «επιχείρηση» Τούρκων κομάντος σε ελληνική νησίδα! Δεν διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να γίνονται στρατιωτικές επιχειρήσεις μεταξύ δύο συμμάχων και ίσως δεν αναλογίστηκε καν τις συνέπειες της πολιτικής αυτής για τη συνοχή της νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ που έχει κρίσιμη σημασία έναντι της Ρωσίας και για την αντιμετώπιση του Μεταναστευτικού και της ισλαμικής τρομοκρατίας.
Η παρούσα στάση του κ. Στόλτενμπεργκ προκαλεί ερωτήματα, καθώς ο ίδιος είχε παρέμβει, πέρυσι και φέτος, σε άλλα περιστατικά έντασης στο Αιγαίο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Αιγαίο και την Κύπρο επιδεικνύουν, από την πλευρά τους, η Βρετανία και η Γαλλία. Ο κ. Ερντογάν θα επισκεφθεί τη βρετανική πρωτεύουσα τον Μάιο και το Λονδίνο έχει ήδη επισημάνει προς την Αθήνα τη σύμπτωση απόψεων ως προς την ανάγκη συνέχισης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η δε γαλλική πλευρά τηρεί σκληρή στάση υπέρ της διαφύλαξης της κυπριακής ΑΟΖ και των εκεί συμφερόντων της Total, ενώ ζητεί από την ελληνική κυβέρνηση προσεκτική στάση στο Αιγαίο.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη