Ψυχολογική θεώρηση του πολέμου

Μπορεί η ανθρώπινη επιθετικότητα να εμποδίζεται σε μεγάλο βαθμό, ωστόσο φαίνεται ότι υπάρχουν περίοδοι όπου όλα τα καταπραϋντικά μέσα αποτυγχάνουν να ανασχέσουν την έκρηξη

Από τον 
Παντελή Βασματζίδη*

Ο πολιτισμικός προσανατολισμός του Σ. Φρόιντ, επηρεασμένος από το πνεύμα της εποχής του και από το βιολογικό μοντέλο, είναι μια θεωρία που αρχίζει το 1913 με το «Τοτέμ και Ταμπού», συμπληρώνεται με μια εργασία του το 1915 «Επίκαιρες σκέψεις για τον πόλεμο και τον θάνατο», διευρύνεται στη δεκαετία του 1920 με την «Ψυχολογία των μαζών και την ανάλυση του Εγώ» και ολοκληρώνεται με το «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας».

Στα προαναφερθέντα έργα φαίνεται ότι η κοινωνία είναι μια στατική δύναμη που αναπτύχθηκε ως μηχανισμός ελέγχου των ορμών μας (σεξουαλικότητα - επιθετικότητα) και που διαρκώς εξελίσσεται σε τελειότερο μηχανισμό ελέγχου. Ετσι, όσο πιο πολιτισμένοι γινόμαστε τόσο πιο πολλές απαγορεύσεις επιβάλλουμε στον εαυτό μας. Επιπρόσθετα, η κοινωνία σταθεροποιεί την κυριαρχία της στα άτομα μέσω του συναισθήματος της ενοχής, το οποίο πηγάζει από τον φόβο της αποβολής και της τιμωρίας, με πρώτη τιμωρούσα Αρχή τους γονείς. Οσο περισσότερο κατακλύζεται κάποιος από αυστηρές ηθικές αξίες και αρχές τόσο πιο πολλές ενοχές θα έχει και τόσο πιο πολύ θα φοβάται την τιμωρία και θα βασανίζεται από τις σκέψεις του. Με άλλα λόγια, όσο περισσότερο κατακρατεί ο άνθρωπος τον σαδισμό του τόσο ισχυρότερος γίνεται ο σαδισμός.

Ο πόλεμος είναι ένα αναπόφευκτο συνοδό φαινόμενο του πολιτισμού. Μπορεί η επιθετικότητα του ανθρώπου να εμποδίζεται και να απωθείται σε μεγάλο βαθμό, ωστόσο φαίνεται ότι υπάρχουν περίοδοι όπου όλα τα καταπραϋντικά μέσα αποτυγχάνουν να ανασχέσουν την έκρηξη της εσωτερικής πίεσης. Η ζωώδης φύση μας σπάει τα δεσμά της και τριγυρνά ελεύθερη, και μόνον όταν ξεθυμάνει αποκαθίσταται η ειρήνη.

Ο πόλεμος συμβολίζει τον ανταγωνισμό προς κάθε αυταρχικότητα, και μάλιστα πατρική. Ετσι, πολλά νευρωσικά άτομα με αμφιθυμικά συναισθήματα για τους γονείς τους προτιμούν τον πόλεμο για να εκφορτίσουν τα συναισθήματά τους. Αν ο καταθλιπτικός αφήνεται στο ένστικτο του θανάτου, ο νευρωσικός απέναντι στον εξωτερικό κίνδυνο της ζωής του καταφεύγει και χρησιμοποιεί το ένστικτο του θανάτου, είτε με επιθετικές ενέργειες προς τους άλλους είτε με φαντασιώσεις αυτοκαταστροφής, οι οποίες βασικά εξυπηρετούν το περιεχόμενο, το οποίο θέλει να δώσει στο νόημα της ζωής του. Αντίθετα, πολλά φυσιολογικά άτομα κατά τη διάρκεια του πολέμου λόγω ενοχών εκδηλώνουν άγχος, φοβικές αντιδράσεις και νευρώσεις.

Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο παρατηρήθηκε ότι οι στρατιώτες που παρουσίαζαν νευρώσεις εξαιτίας των βιωμάτων τους στα πεδία των μαχών ονειρεύονταν σύμφωνα με έναν τύπο ονείρου, τον οποίο η έως τότε θεωρία δυσκολευόταν να ερμηνεύσει. Στα όνειρα εκδηλωνόταν μια τάση των στρατιωτών να ξαναζήσουν, να επαναλάβουν τα τραυματικά βιώματα. Το ενδιαφέρον γι' αυτά τα όνειρα οδήγησε στην ανάπτυξη της άποψης για «ψυχαναγκασμό επανάληψης».

Στα τέλη του 20ού αιώνα αποδείχθηκε ότι η αναβίωση ενός τραύματος μπορεί να δώσει την ευκαιρία στον επιζώντα να επιβληθεί του τραύματος. Ωστόσο, επειδή αυτή η αναβίωση φέρει μαζί της όλη τη συγκινησιακή ένταση του αρχικού γεγονότος, προκαλείται έντονη συναισθηματική δυσφορία. Ο επιζών, πληττόμενος από τρόμο και ανίσχυρη οργή, καταβάλλει κάθε προσπάθεια να αποφύγει τα επώδυνα συναισθήματα, με αποτέλεσμα να καταλήγει συχνά σε συναισθηματικό μούδιασμα ή αποξένωση από το περιβάλλον. Το τραύμα επουλώνεται μόνο όταν ο επιζών αναπτύξει ένα νέο νοητικό σχήμα, για να κατανοήσει αυτό που συνέβη.

Ο μαχητής κατά τη διάρκεια του πολέμου έρχεται σε επαφή με την απειλή του επικείμενου θανάτου, που αποτελεί ψυχολογική κρίση. Προκειμένου να την ελέγξει κινητοποιεί διάφορους οργανωτικούς ή αποδιοργανωτικούς μηχανισμούς. Η κατάσταση της κρίσης ενεργοποιεί άλυτα προβλήματα από το πρόσφατο παρελθόν, όπως εξάρτησης, παθητικότητας, ναρκισσισμού και ταυτότητας. Δηλαδή το άτομο δεν αντιμετωπίζει μόνο τον άμεσο θάνατό του αλλά και άλυτα συναισθήματα από τη ζωή του καθώς και αξεπέραστες συγκρούσεις. Μια πλειάδα φόβων είναι δυνατόν να αναδυθεί, όπως ο φόβος του αγνώστου επειδή το άτομο δεν γνωρίζει τι θα έχει να αντιμετωπίσει.

Ο φόβος της απώλειας του σώματος, επειδή η τραυματική παραμόρφωση του σώματος δεν είναι μόνο μια φυσική απώλεια αλλά και μια απώλεια της εικόνας και της ακεραιότητας του εαυτού. Ο φόβος της απώλειας της οικογένειας και των φίλων, που αποτελεί προβολή στο πρόσωπο των άλλων του φόβου της απώλειας της ζωής του ίδιου του μαχητή. Ο φόβος της ταλαιπωρίας και του πόνου, που συνδέεται με υποκειμενικά βιώματα του ατόμου από το παρελθόν, με τον ουδό αντοχής και τη στάση του απέναντι στον πόνο. Ο φόβος της απώλειας της ταυτότητας λόγω απώλειας της δομής και της λειτουργίας του σώματος, του αυτοελέγχου και της πλήρους εγρήγορσης. Σαν αντιστάθμισμα παρουσιάζονται φαντασιώσεις επανένωσης ή αντάμωσης με τις γονεϊκές μορφές και γενικά με τους προγόνους. Με αυτόν τον τρόπο το άτομο τοποθετείται σε ένα συνεχές των ανθρωπίνων σχέσεων, όπου ο επικείμενος θάνατός του είναι ένα σημείο στον ευρύτερο χώρο της ύπαρξης.

Μια πρώτη αντίδραση μπορεί να είναι η ακινητοποίηση, δηλαδή μια κατάσταση της συνείδησης αντίθετης του άγχους, του πανικού και της απόγνωσης. Μετά ακολουθεί μια ενδεχόμενη διάχυση του εαυτού με αμηχανία και σύγχυση. Αναφορικά με αυτά ο Θουκυδίδης, εξιστορώντας απλά και στυγνά τη φρίκη του Πελοποννησιακού Πολέμου, θα πει: «Βλέποντας το νεκρό σώμα των συντρόφων τους οι άνδρες αισθάνθηκαν θλίψη ανακατεμένη με φόβο. Ζώντας την εγκατάλειψη, τον τραυματισμό, την ασθένεια αυξήθηκε περισσότερο η θλίψη και η συμπόνοια. Οι ικεσίες και τα βογγητά των τραυματισμένων οδήγησαν πολλούς στην απελπισία. Τότε το στράτευμα βασανισμένο από αμφίθυμη σύγχυση δεν μπορούσε να πάρει την απόφαση να συνεχίσει».

Στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, ο Φιλοκτήτης, που επί εννέα χρόνια κουβαλούσε τη δύσοσμη πληγή, τους στεναγμούς και τη μοναξιά του εξόριστου στο ερημονήσι, αρνείται να γιατρευτεί και να παραδώσει τα βέλη και το τόξο του Ηρακλή για την άλωση της Τροίας. Η άρνησή του είναι υπαρξιακή αντίδραση εκείνων που αρνούνται να συμφωνήσουν με την Ιστορία και τον παραλογισμό του κόσμου ή μήπως μια αντίληψη ότι οι δύσοσμες πληγές και η δυστυχία που συνεπάγονται αποτελούν στίγματα;

Φαίνεται ότι καθένας χειρίζεται την κατάσταση του πολέμου ανάλογα με τις βαθύτερες επιθυμίες του. Καθένας οραματίζεται τον πόλεμο σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες ψυχικές ανάγκες του και εντάσσει το όλο θέμα ως ένα ενδοψυχικό γεγονός μέσα στο πλαίσιο των συγκρούσεων που ήδη υπάρχουν.

*Συγγραφέας, ψυχίατρος