Θράκη: Το πολιτισμικό σύμπαν του Γ. Βιζυηνού

Οι δεσμοί του με την Εκκλησία είναι ισχυροί και στο γλωσσικό του αισθητήριο επιδρά άμεσα η εκκλησιαστική υμνογραφία, όπως τούτο είναι πρόδηλο στις διηγήσεις του

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Στα 1849, έτος γέννησης του Γεωργίου Βιζυηνού, η Βιζύη (ή Βιζώ) ήταν μια μικρή κωμόπολη της ανατολικής Θράκης, στον δρόμο από τις Σαράντα Εκκλησιές και την Τσατάλτζα, και ένωνε την Αδριανούπολη με την Κωνσταντινούπολη. Ο δεσμός του Βιζυηνού με τη γενέτειρά του φαίνεται πως ήταν τόσο στενός, ώστε δανείστηκε το επώνυμό του από αυτήν. «O Bιζυηνός, καθώς φανερώνει το όνομά του, κατάγεται εκείθεν και δεν διστάζω να αναφέρω ως τίτλον τιμής, εκ των ευγενεστέρων διά την Θρακικήν πόλιν, ότι είναι πατρίς του Βιζυηνού» έγραψε ο Κωστής Παλαμάς το 1920 στην εφημερίδα «Εμπρός» με «αφορμήν την είσοδον του Ελληνικού Στρατού» στη Βιζύη.

Ο ίδιος είχε υπογραμμίσει πως ο Βιζυηνός ζωγράφισε στις σελίδες του «τη γη της Θράκης, στην φύση και την ιστορία της οποίας συνεκεντρώθη ό,τι λαμπρότερον και ωραιότερον, ό,τι ζοφερώτερον και σπαρακτικώτερον έχει να επιδείξει η Ανατολή, η μαγική αυτή πυξίς, μέσα εις την οποίαν περιφυλάσσονται ανεκτίμητα κειμήλια του εθνικού βίου».

Στα διηγήματα του Βιζυηνού περιλαμβάνονται πολλά τοπωνύμια καθώς και εκφράσεις από το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα της ανατολικής Θράκης: «Ητανε παραμονή των Φωτών - ξεύρεις πώς είναι η καρδιά μου σε τέτοιαις επίσημαις ημέραις. Ενθυμήθηκα τον μακαρίτη τον πατέρα σου, κ’ ενθυμήθηκα, πως μια τέτοια παραμονή, σαν είδες του κόσμου τα παιδιά που κρατούσαν ταις σουρβιαίς και σούρβιζαν τους ανθρώπους μέσ’ στον δρόμο, πήρες και συ μια σκούπα και άρχησες να χτυπάς τον πατέρα σου πά’ στην ράχη και να τον σουρβίζης: “Σούρβα, σούρβα! γερό κορμί, γερό σταυρί, όλο 'γειά και δύναμι, και του χρόν’ γεροί!”»

Ωστόσο, η Βιζύη δεν αποκαλύπτεται ρητά, παρότι λυρικές περιγραφές την καθιστούν κέντρο του τοπογραφικού σύμπαντός του. Μέσα στην πόλη της Βιζύης διαδραματίζεται ένα μέρος από τα διηγήματα «Το αμάρτημα της μητρός μου», «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου», «Το μόνον της ζωής του ταξίδειον» και «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα», ενώ στις εξοχές της τοποθετούνται η «Πρωτομαγιά» και ο «Μοσκώβ-Σελήμ».

Ο ποιητής και λόγιος Γεώργιος Βιζυηνός (Γεώργιος Μιχαήλ Σύρμας ή Μιχαηλίδης) συγκαταλέγεται στη χορεία των πλέον σημαντικών εκπροσώπων της ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς έδωσε με τα διηγήματά του «φτερά να πετάξη ανάστημα» στο «ραχητικά έως τότε ζαρωμένο» λογοτεχνικό είδος της αφηγηματικής πεζογραφίας, σύμφωνα με τον Κωστή Παλαμά. «Ο Βιζυηνός είναι ο πρώτος νεοέλληνας πεζογράφος που βασίζει την πλοκή του στο αίνιγμα και το στοιχείο αυτό μαζί με το χρονικό ανάπτυγμά της έδωσαν την ευκαιρία σε αρκετούς, με πρώτο τον Παλαμά, να υποστηρίξουν ότι τα διηγήματά του έχουν τις προϋποθέσεις μυθιστορήματος. Πολύ δύσκολα θα ξαναβρούμε στην ελληνική πρόζα πλοκή σαν του Βιζυηνού που να εκμεταλλεύεται τόσο καλά την εσωτερική εστίαση, και αυτό γιατί το κυρίαρχο μοντέλο οργάνωσης της δράσης σε αρκετές νουβέλες και διηγήματα είναι τελείως διαφορετικό» σημείωνε ο Δημήτρης Τζιόβας. Πολλά από τα διηγήματα του Γεωργίου Βιζυηνού τα είχε δημοσιεύσει η «Εστία» (1883/4), ενώ στο περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων» το μεγαλύτερο μέρος των «παιδικών» ποιημάτων του αποκαλύπτει έναν λόγιο με σπάνια παιδαγωγική και φιλοσοφική κατάρτιση.

Οι δεσμοί του με την Εκκλησία, επίσης, είναι ισχυροί και στο γλωσσικό αισθητήριό του επιδρά άμεσα η εκκλησιαστική υμνογραφία, όπως τούτο είναι πρόδηλο στις διηγήσεις του. «Ενθυμούμαι ακόμη οποίαν εντύπωσιν έκαμεν επί της παιδικής μου φαντασίας η πρώτη εν τη εκκλησία (Αγιος Γεώργιος, το Merkez Yeni Camii της τουρκικής Βιζύης) διανυκτέρευσις» αφηγείται στο «Αμάρτημα της μητρός μου», όταν η μητέρα αποφάσισε να παραμείνει η «Αννιώ, η μόνη μας αδελφή», που «ήτο κατά δυστυχίαν ανέκαθεν καχεκτική και φιλάσθενος, σαράντα ημερονύκτια εντός της εκκλησίας, προ του αγίου βήματος, ενώπιον της Μητρός του Σωτήρος, εμπεπιστευμένη εις μόνον το έλεος και τους οικτιρμούς αυτών, ίνα σωθή από το σατανικόν πάθος, το οποίον εμφωλεύσαν ήλεθε τόσον αμειλίκτως το τρυφερόν της ζωής αυτής δένδρον. Σαράντα ημερονύκτια. Διότι μέχρι τοσούτου ειμπορεί να αντισταθή η τρομερά ισχυρογνωμοσύνη των δαιμονίων εις τον αόρατον πόλεμον μεταξύ αυτών και της θείας χάριτος». Αλλωστε, όπως αναφέρει, «δεν λείπουσι διηγήσεις, καθ’ ας οι πάσχοντες αισθάνονται εν τω οργανισμώ των τους τρομερούς σφαδασμούς της τελευταίας μάχης, και βλέπουσι τον εχθρόν αυτών φεύγοντα εν παραδόξω σχήματι, προ πάντων, καθ’ ην στιγμήν διαβαίνουσι τα Αγια, ή εκφωνείται το “μετά φόβου”».

Η σχέση του Γεωργίου Βιζυηνού με την εκκλησιαστική ζωή καλλιεργείται με επιμέλεια κατά την περίοδο της μετανάστευσης από την Κωνσταντινούπολη στην Κύπρο, όπου σπουδάζει σε εκκλησιαστική σχολή και, με τη συνεχή υποστήριξη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Σωφρονίου Α΄, υπηρετεί σε ναούς ως αναγνώστης: «Το αμυδρόν φως των έμπροσθεν του εικονοστασίου λύχνων, μόλις εξαρκούν να φωτίζη αυτό και τας προ αυτού βαθμίδας, καθίστα το περί ημάς σκότος έτι υποπτότερον και φοβερώτερον, παρά εάν ήμεθα όλως διόλου εις τα σκοτεινά. / Οσάκις το φλογίδιον μιας κανδύλας έτρεμε, μοι εφαίνετο, πως ο Αγιος επί της απέναντι εικόνος ήρχιζε να ζωντανεύη, και εσάλευε, προσπαθών ν’ αποσπασθή από τας σανίδας, και καταβή επί του εδάφους, με τα φαρδυά και κόκκινά του φορέματα, με τον στέφανον περί την κεφαλήν, και με τους ατενείς οφθαλμούς επί του ωχρού και απαθούς προσώπου του» («Το αμάρτημα της μητρός μου»). Οι εκτενείς περιγραφές της κατανυκτικής ατμόσφαιρας του ναού συχνά ανακαλούν τους «εις κυανούς στεφάνους» ελιγμούς του μοσχολίβανου του σύγχρονου του Βιζυηνού, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911), καθώς αποδίδει το εσωτερικό των ναΐσκων με «τας νυσταλέας κανδήλας και τας αμαυράς μορφάς των αγίων ολόγυρα». «Η ιερότης του τόπου, η θέα των εικόνων, η ευωδία του θυμιάματος επέδρασαν, φαίνεται, ευνοϊκώς επί του μεγαγχολικού της πνεύματος. Διότι, ευθύς μετά τας πρώτας στιγμάς, εζωήρευσε και ήρχισε να αστεΐζεται με ημάς» («Το αμάρτημα της μητρός μου»).

Ο Γεώργιος Βιζυηνός επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1865 και παρακολούθησε μαθήματα στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, με πνευματικό σύμβουλο και καθοδηγητή τον Ηλία Τανταλίδη (1818-1876), ο οποίος κατείχε την έδρα των Ελληνικών Γραμμάτων ήδη από το 1846. Με την προτροπή και τη βοήθεια του προικισμένου ποιητή και διδασκάλου εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή «Ποιητικά Πρωτόλεια» (1873). Ενα έτος αργότερα, το 1874, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1874) και στη Γερμανία, στην Ακαδημία του Goettigen (1875/78). Το 1880 εγκρίθηκε η διδακτορική διατριβή του «Το παιδικό παιχνίδι από ψυχολογική και παιδαγωγική σκοπιά» και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Λιψίας. Παράλληλα με τις λαμπρές σπουδές του, πολλά από τα ποιήματα και τα διηγήματά του δημοσιεύονται σε εφημερίδες και περιοδικά και προκαλούν εντυπώσεις για τη δομή, την πρωτοτυπία και τη χρήση της γλώσσας. Σύμφωνα με τον Βιζυηνό, η «επίσημη» γλώσσα γονιμοποιείται και καλλιεργείται με την πρόσληψη δημωδών και ιθαγενών στοιχείων και, καθώς υποστήριζε, «το σύνθημα του μέλλοντος μεγαλείου της πατρίδος» συνίσταται στη σπουδή της γλώσσας και στις λέξεις («Ερίκος Ιβσεν», 1892). Κύριο χαρακτηριστικό της προσωπικής και ιδιότυπης γλώσσας του Βιζυηνού -όπως, άλλωστε, και του Παπαδιαμάντη-, που προκαλεί, ασκεί γοητεία και εντυπωσιάζει, είναι η αρμονική μείξη της κοινής λαϊκής (με τοπικά γλωσσικά ιδιώματα) και της λόγιας (με επιδράσεις από τη γλώσσα της Εκκλησίας και της υμνογραφίας).
Με τον τρόπο αυτόν χρόνος και τόπος αποκτούν μια ιδιαίτερη διάσταση, μέσα στην οποία ήρωες και πρωταγωνιστές λειτουργούν σε περιβάλλον οικείο, ενώ με χάρη συνδέονται αξίες και μεγέθη του παρελθόντος με τη σύγχρονη εποχή.

Παρά την επιστημονική κατάρτιση και την πλούσια παραγωγή πρωτοποριακού επιστημονικού έργου («Η φιλοσοφία του Καλού παρά τω Πλωτίνω», «Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού», «Στοιχεία Λογικής προς χρήσιν της νεολαίας», «Στοιχεία εμπειρικής Ψυχολογίας προς χρήσιν της ελληνικής Νεολαίας»), ο Γεώργιος Βιζυηνός απέτυχε να εκλεγεί καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και προσπάθησε να επιβιώσει ως καθηγητής σε γυμνάσια της χώρας, αφού καταδεικνύεται πως από εκείνην ακόμη την εποχή ήταν απαραίτητες οι «συστάσεις των κομματαρχών, διά να διορίζεται δασκάλα», όπως εύστοχα είχε υπογραμμίσει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης («Χωρίς στεφάνι», 1896).

•Η Θράκη εορτάζει την απελευθέρωσή της στις 14 Μαΐου. Τον Ιούλιο του 1920, με τη Συνθήκη των Σεβρών, προσαρτάται οριστικά στην Ελλάδα, όπως επισημοποιεί τηλεγράφημα του Ελευθέριου Βενιζέλου προς τον κυβερνητικό αντιπρόσωπο: «Χαίρω μεγάλως αγγέλων υμίν ότι σήμερον εβδόμην επέτειον Συνθήκης Βουκουρεστίου, υπεγράφη συνθήκη ειρήνης μετά Τουρκίας, δι’ ης αι κυριότεραι σύμμαχοι δυνάμεις μεταβίβασαν ημίν Δυτικήν Θράκην».