Φωνάζει ο Βόλος για την καύση απορριμμάτων από την ΑΓΕΤ

Αναβρασμός επικρατεί εδώ και αρκετά χρόνια στον Βόλο, από τη στιγμή που το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ του Ομίλου Ηρακλής, που λειτουργεί σε απόσταση αναπνοής από σπίτια, έπειτα από εγκρίσεις ακόμα και από το υπουργείο Περιβάλλοντος, καίει χιλιάδες τόνους απορριμμάτων για την παραγωγή τσιμέντου.

Το θέμα έχει λάβει έκταση όχι μόνο γιατί απειλείται το φυσικό περιβάλλον, αλλά πρωτίστως γιατί -σύμφωνα με όσα τονίζουν κάτοικοι του Βόλου- θέτει σε κίνδυνο την υγεία των πολιτών, καθώς από την καύση των σκουπιδιών εκλύονται καρκινογόνες ουσίες, όπως είναι οι διοξίνες.

Οπως αναφέρει στη «δημοκρατία» ο Μάρκος Βαξεβανόπουλος, μέλος της Επιτροπής Αγώνα Πολιτών Βόλου, η οποία πραγματοποιεί κινητοποιήσεις και δράσεις για να βάλει ένα τέλος στην υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των κατοίκων, τα σκουπίδια προς καύση δεν προέρχονται μόνο από την Ελλάδα, αλλά έρχονται μέσω πλοίων και από την Ιταλία. Μάλιστα, ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται 100.000 τόνοι ανά έτος RDF, το οποίο αποτελείται κυρίως από τεμάχια χαρτιού, πλαστικού και υφάσματος, αλλά και 60.000 τόνοι λυματολάσπη από αστικά κέντρα και βιομηχανίες. Το ζήτημα έχει φτάσει έως το υπουργείο Περιβάλλοντος, αλλά, όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο κ. Βαξεβανόπουλος, στις συνεδριάσεις που έχουν γίνει «δεν θέλησαν να ακουστεί η φωνή μας».


«Οι διοξίνες που εκλύονται κατά την καύση των σκουπιδιών είναι από τις πλέον επικίνδυνες ουσίες και δεν έχουν προσδιοριστεί κατώτερα όρια κάτω από τα οποία να διασφαλίζεται ότι δεν υπάρχουν αρνητικές συνέπειες» αναφέρει ο περιβαλλοντολόγος και επιστημονικός συνεργάτης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Μιχάλης Χριστόλης, ο οποίος το 2008 διερεύνησε την καύση του RDF για τσιμεντοβιομηχανία στο Αλιβέρι, στο πλαίσιο μιας έρευνας που είχαν ζητήσει τότε οι εργαζόμενοι.

Οπως προσθέτει, «σύμφωνα με τη νομοθεσία, επιβάλλεται η πραγματοποίηση τουλάχιστον δύο μετρήσεων τον χρόνο για τις διοξίνες στα εργοστάσια. Ωστόσο υπάρχει περίπτωση σε αυτές τις μετρήσεις να μην εμφανιστούν αυτές οι ουσίες». Σύμφωνα με την άποψη πολλών ερευνητών, μόνο με την εφαρμογή του συστήματος συνεχούς δειγματοληψίας οι μετρήσεις για τις διοξίνες θα ήταν αντιπροσωπευτικές και αξιόπιστες.

Γιώτα Φλώρου