Μία κηδεία…

Δυστυχώς οι κηδείες είναι, μέσα στη ζωή και είναι το μόνο σίγουρο ότι θα μας συμβεί από την στιγμή που σκάσαμε μύτη στον μάταιο τούτο κόσμο. Το θέμα είναι, να τραβήξει όσο πιό μακριά γίνεται…
Σε ένα τέτοιο θλιβερό καθήκον βρέθηκα μια απ΄ αυτές τις ημέρες.
Στις κηδείες λοιπόν, συμβαίνουν πολλά ευτράπελα, η ανάλυση των οποίων δίδει χρήσιμα συμπεράσματα. Η ανάλυση – σχολιασμός, αρχίζει την ώρα της τελετής, τότε όμως περιορίζεται σε περίεργες ματιές και συνθηματικά κλεισίματα ματιού και νοήματα του στιλ ‘’θα σου πω μετά’’. Συνεχίζεται συγκρατημένα στον καφέ, ξεθαρρεύει στην ψαρόσουπα και θεριεύει στο τηλέφωνο την επομένη.
Στο καφενείο λοιπόν, απαλλαγμένοι από την θέα όλων εκείνων που συνθέτουν την μακάβρια τελετή, οι βαρυπενθούντες αλλά και οι ντεμέκ πενθούντες ξεσαλώνουν. Όλο το καλά κρυμμένο φαρμάκι, εκτοξεύεται προς όλες τις κατευθύνσεις, με προεξάρχουσες τις πάσης φύσεως γριές, οι οποίες στήνουν τρελό πανηγύρι
Μια γριά, που την είχε ξεχάσει ο Αρχάγγελος (τι να πρωτοπρολάβει κι’ αυτός…), αλλά και ο οδοντίατρος, αφού είχε μόνο ένα δόντι, το οποίο όμως φρόντιζε σαν τα μάτια της πρωί μεσημέρι βράδυ, περνώντας το ακόμα και νήμα, σκύβει σε μια συνομήλική της διπλανή, που είχε όμως δύο δόντια και της λέει δείχνοντας την χήρα:
Μμμμμ κλαίει τώρα! Τόσα χρόνια, τούχε ψήσει το ψάρι στα χείλη του Νώντα. Όπου Νώντας, ο άρτι μεταστάς αδελφός ημών. Και συνεχίζει δολοφονικά: «Για να μη πούμε και τα άλλα», τα οποία όμως δεν λέει, αφήνοντας την φαντασία να οργιάζει.
Πάρα δίπλα, μεταξύ δύο θορυβωδών ρουφηγμάτων καφέ, συναντιούνται δύο γνωστές.
Βρε πώς από δω εσύ;
Εγώ είμαι συννυφάδα της αδελφής του Νώντα.
Τι μου λες; Είχε αδέλφια ο Νώντας;
Βεβαίως. Είχε 7, αλλά συγχωρέθηκε ο ένας και έμειναν 6.
Κύριε ελέησον, δεν είχα δει κανένα αδελφέ του να τον επισκέπτεται.
Στο σημείο αυτό ανατινάζονται στερεότυπα ετών, από την φοβερή αυτή αποκάλυψη και αρχίζει η έρευνα, του γιατί ο Νωντας είχε κόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τα αδέρφια του. Η πιό δημοφιλής εξήγηση είναι ότι «έφταιγε αυτή», δηλαδή η χήρα, αφού, ως γνωστόν το σόϊ μας ουδέποτε φταίει.
Και βέβαια η συνέχεια ακολουθεί στο τραπέζι, όπου γίνεται πραγματικό γλέντι, αφού δεν υπάρχει γάμος χωρίς κλάμα και κηδεία χωρία γέλια. Εκεί και βοηθούντος του ακράτου οίνου, πλην ελαχίστων, ουδείς έτερος θυμάται γιατί βρίσκεται εκεί. Μερικοί μάλιστα, μη αρκούμενοι στο προσφερόμενο μενού, αποτολμούν αναιδέστατα και παραγγελίες: «Επειδή με πειράζει το ψάρι (τρίχες δεν του αρέσει), μήπως μπορώ να έχω μία μπριζόλα μισοψημένη;»
Και βέβαια συνεχίζεται και μάλιστα πιο έντονη η προσπάθεια διαλευκάνσεως σκοτεινών σημείων της ζωής τόσο του μεταστάντος, τον οποίο ο εκφωνήσας τον επικήδειο, είχε χαρακτηρίσει ως αδάμαντα και πλήρη χαρίτων κεκοσμημένο, όσο και της χήρας, στην οποία ο ίδιος ομιλητής, είχε απονείμει το φωτοστέφανο της αγιοσύνης. Αυτά όμως, δεν είναι ικανά να αναστείλουν το συμβουλίου των μαγισσών, με ένα ή κανένα δόντι, να διεισδύσει σε επικίνδυνες ατραπούς. Και βέβαια η κλασική ερώτηση, που απευθύνεται σε οποιοδήποτε νεαρό ή νεαρή συλλάβει το ραντάρ τους, που είναι: «Εσύ τίνος είσαι;». Έτσι μούρχεται μια μέρα, να στηθώ μπροστά σε καμιά γριά και να τη ρωτήσω κοιτώντας την κατάματα: «Εσύ τίνος είσαι;».
Το κλου όμως είναι όταν, επιτέλους, λαμβάνει τέλος η σεμνή τελετή και – πάλι οι γριές – όταν χαιρετούν τον κόσμο, του κουνάνε απειλητικά το δάχτυλο και τον μαλώνουν: «και άλλη φορά όχι σε τέτοια ε;». Λες και κάποιος έχει όρεξη να πηγαίνει σε «τέτοια». Το ότι το πιο κοντινό, μοιάζει να είναι το «τέτοιο» της ίδιας της γριάς, λίγη σημασία έχει.
Τι τα θέλετε φίλοι μου. Την μεγάλη αλήθεια την είχε πει – ποιος άλλος – ο ανυπέρβλητος Νίκος Τσιφόρος: «Στις κηδείες, το θέμα είναι να μην είσαι στο πρώτο αυτοκίνητο»…
Ζωή σ’εμάς.