Κυριακή, 20 Ιουνίου 2021

Αξιοποιώντας με πρωτοτυπία την παράδοση

Το «Πέρασμα» επικεντρώνεται, από τη μια πλευρά, στην πορεία της ζωής προς τον θάνατο και, από την άλλη, στους τρόπους μέσω των οποίων ο θάνατος από ατομική απώλεια μετατρέπεται σε νέα γέννηση

Από την 
Αθηνά Σχινά

Η βιωματικά πληρέστερη και νοηματικά επαρκέστερη διαμόρφωση πρωτότυπων έργων, που αφορούν τη σύγχρονη τέχνη, είναι εκείνη που μπορεί και αξιοποιεί δημιουργικά, μέσα από νέες αντιλήψεις, όψεις και πτυχές της παράδοσης. Η Μαρία Λουίζoυ είναι μια νέα εικαστική καλλιτέχνιδα, που εμπνέεται από τον διαχρονικό πολιτισμό κυρίως της Ηπείρου αλλά και ευρύτερα των Βαλκανίων. Εκτός από τις καλές τέχνες, η ίδια έχει σπουδάσει και μουσική. Τα ενδιαφέροντά της προεκτείνονται στη λαογραφία – εθνολογία και την κοινωνική ανθρωπολογία, όπως επίσης στον κινηματογράφο, στο θέατρο και στην παντομίμα. Η επιλεκτικότητα και ο ευφάνταστος συνδυασμός των παραπάνω κλάδων αντανακλώνται στο πρόσφατα δημιουργημένο και μεγάλου μεγέθους έργο της (2,30×5 μέτρα) που λειτουργεί στον περιβάλλοντα χώρο σαν μια διαδραστική «εγκατάσταση» (installation), η οποία μάλιστα περιλαμβάνει και ένα happening. Το έργο αυτό θα μπορεί κανείς να το δει στα «Θεωρήματα 2018», την εικαστική έκθεση που θα παρουσιάσει από τις 8 Φεβρουαρίου και εξής το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης σε συνεργασία με την AICA.

Η Μαρία Λουίζου, η οποία ήδη διακρίνεται για την ποιοτική ιδιαιτερότητα και την υποβλητική ατμόσφαιρα που υπαγορεύουν τα έργα της, σε εκείνο που χρονικά το δημιούργησε τελευταία και έχει τον τίτλο «Πέρασμα» επικεντρώνεται στη συνθήκη που αφορά, από τη μια πλευρά, την πορεία της ζωής προς τον θάνατο, και από την άλλη, τους πολιτισμικούς τρόπους, μέσω των οποίων ο θάνατος από ατομική απώλεια μετατρέπεται σε νέα γέννηση και περίθαλψη του νεογνού, μέσα στην ασφάλεια, στην τρυφερότητα και την αγάπη μιας καινούργιας ζωής ή μιας αρχετυπικής αγκαλιάς. Μιας αγκαλιάς που αφορά και περιλαμβάνει όλο τον νόστο του κόσμου.

Η απώλεια και η επανεμφάνιση της ζωής σε μια άλλη διάσταση «παριστάνονται» σε αυτό το έργο (είναι φτιαγμένο σε κατακόρυφο αργαλειό με μαλλί προβάτων) ως κοινωνικό γεγονός μιας συλλογικά και τελετουργικά εκφραζόμενης αποτύπωσης (όπως είναι αυτή του πόνου και της λύτρωσης, της συντροφικότητας επίσης που συνοδεύει την αναχώρηση), υπερακοντίζοντας αίτια και συναισθήματα που την προκάλεσαν. Πρόκειται για έναν «γεφυρισμό», όπως τον γνωρίζουμε ήδη από τις διαδραστικές τελετουργίες που λάμβαναν χώρα κατά την περίοδο των Ελευσίνιων Μυστηρίων, δηλαδή για μια επικοινωνία που είχε οργανικά ενσωματωμένη την πολυεπίπεδη μεταφορικότητά της, καθώς και μια καταλυτικά λυτρωτική όσο και απελευθερωτική μετατροπή των καθηλωτικών σημασιών του θανάτου. Τα νοήματα μιας μεταθανάτια σωτηριολογικής ελπίδας αναθρώσκουν υποβλητικά σαν ψίθυροι, καθώς ιδιοσημαίνουν τις υπαρξιακές παραμέτρους του εδώ ως προς το επέκεινα, της μονάδας επίσης ως προς την ομάδα που την πλαισιώνει και την αναβαθμίζει εννοιολογικά.

Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη «εγκατάσταση» φέρνει στο προσκήνιο (μέσα από την αρχετυπικότητα του συλλογικού ασυνειδήτου) μια χρονικά απροσδιόριστη, αλλά θεσμοθετημένη και διαπολιτισμικά δοκιμασμένη παλαιά συνθήκη -συνήθως τη συναντούμε στις αγροτοποιμενικές κοινωνίες-, η οποία ουσιαστικά αντανακλά τη συνθετότητα της δημιουργικής «μετάπραξης». Μιας συναλλακτικής, θα λέγαμε, «μετάπραξης» που διαμορφώνεται μέσα από τις επενέργειες της θλίψης, καθώς αυτή αποκαθηλώνει κάθε τελεσίδικο γεγονός, προκαλώντας -με αλληλέγγυα κοινωνική συνέργεια και συνυπευθυνότητα- μια καθολική αντιστροφή. Στο εκάστοτε θλιβερό συμβάν της οδυνηρής έλλειψης που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη απουσία, η μονάδα γίνεται πλειάδα και ο θάνατος μια νέα γέννηση, με ανάληψη συλλογικής ευθύνης να καταστεί αυτή η «πράξη» πειστική και αβίαστα εντασσόμενη στα ήθη, στα έθιμα και στις ποικίλες τελετουργίες που διαθέτει η εσωτερικά συνεκτική, η αλληλέγγυα και παραδοσιακά ζωντανή κοινωνική ομάδα. Η ομάδα αυτή περιθάλπει και ταυτοχρόνως μετουσιώνει την οδύνη, μεταστοιχειώνοντάς τη στα «μέρη του λόγου» μιας συλλογικής μνήμης, που είναι έτοιμη να χωρέσει την απαρηγόρητη υπαρξιακή μοναξιά με τα ανεπούλωτα τραύματά της, όπως εμφανίζονται στη συνειδησιακή μας «χώρα του αχωρήτου».

Το πιο σημαντικό σε αυτή την περιθάλπουσα «εγκατάσταση» της Μαρίας Λουίζου (που παραπέμπει στο μαλακό υπογάστριο της συνείδησης) είναι ότι λειτουργεί ταυτοχρόνως ως διαμεσότητα σχέσεων, αλλά και ως ένα φαντασιακό «δρώμενο», καθώς στις μάλλινες επιφάνειες της φόρμας (επίτηδες δείχνουν ακατέργαστες, προκειμένου να τονιστεί η πρωτογένεια του υλικού), είναι υφασμένα και «ενσωματωμένα», θαρρεί κανείς, τμήματα από ενδύσεις και ρόλους ζωής, από καθημερινότητες και μυθεύματα, από «διαπορθμεύσεις» και «πουκάμισα αδειανά για μιαν Ελένη», για μια «αξιωματική» δηλαδή ουτοπία, μέσα από όπου αντηχούν τα αινίγματα κάποιας πολυσχιδούς ύπαρξης με τις ποικίλες μεταμορφώσεις της.

Το «σκηνικής» ανάπτυξης έργο λειτουργεί σαν ένα θεατρικό και ταυτόχρονα μουσικό «δρώμενο» της παρουσίας και απουσίας, υπαλλάσσοντας το «εγώ» με το «εμείς», καθώς από το πίσω μέρος της σύνθεσης μπορούν να «φορεθούν» στη «μερικότητά» τους πλεγμένα ρούχα. Τα ρούχα αυτά ή οι μεταμφιέσεις ζωντανεύουν ρόλους. Παριστάνονται, μάλιστα, ως υποψίες δράσεων και αναδράσεων, ως ήρωες και αντιήρωες, ως σκιές και φαντάσματα, ως πραγματικότητες και θρυλούμενα, ως θέσεις και στάσεις, υπαινισσόμενες ατελείς καύσεις υποθέσεων και αναμνήσεων, μέσα από γριφώδη αινίγματα και απροσδόκητα «μιμοδράματα».

Οι περιπέτειες της ατομικότητας στη ζωή μεταγγίζονται, εκτός των άλλων, σε αυτό το έργο μέσα από το ομαδικό όσο και υποβλητικό τραγούδι που ακούγεται (σε σύνθεση και διδασκαλία της Μαρίας Λουίζου), εμπνευσμένο από ανάλογα παραδοσιακά ελληνικά τραγούδια, της Ηπείρου και Βορείου Ηπείρου. Οι αποκωδικοποιούμενοι ρυθμοί, συνοδεύοντας το σπαρακτικό και ταυτοχρόνως το συναισθαντικά ευφρόσυνο μέλος τους, λειτουργούν ως κελαηδισμοί και προσωδιακοί τόποι και τρόποι, με τις «ιδιόλεκτες» επίσης και υφασμένες στον αρχαίο αργαλειό αισθήσεις.

Πρόκειται για στοιχεία που δεν αφυδατώνουν συναισθηματικά το έργο, αλλά αντίθετα εξοβελίζουν κάθε εγκεφαλική ρητορεία, γεφυρώνοντας μέσα από τη διαλεκτική τους σύμπραξη, την οπτική, την απτική και την ακουστική αίσθηση, καθώς δραστηριοποιούν συνειρμικά μνήμες μακρινές, που συντονίζονται με καθημερινότητες και συνηχούν με βάση μια απόκοσμη, θαρρεί κανείς, πολυτονική μουσική. Μια μουσική που ακούγεται ως εικασία κάποιας πολυσχιδούς και αναβλύζουσας πραγματικότητας, ανάμεικτης με το αναδυόμενο καταπίστευμα της μνήμης. Εκείνης που φτάνει σαν προσευχή μέσα από τα έγκατα της γης και του ασυνειδήτου στο θεατρικό κοίλον και ταυτοχρόνως στο εικαστικό κάτοπτρο του έργου, θυμίζοντας ηχείο με παλλόμενες ανακλάσεις. Το πολυπρόσωπο φωνητικό σύνολο που τις παράγει τραγουδά τη λευκή και άσπιλη κοίτη του θανάτου, εξομοιώνοντάς τη με την παραδείσια μήτρα της γέννησης, σαν τις δύο όψεις του Ιανού, κατά το «φαίνεσθαι» και το «είναι» του βίου τούτου.

*Κριτικός & ιστορικός τέχνης

{{-PCOUNT-}}13{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ