Πέμπτη, 6 Μάι 2021

Ο Τζίτζης

Ο Τζίτζης, άνευ λοιπά στοιχεία, εμφανίστηκε ξαφνικά στη γειτονιά. Το ίδιο ξαφνικά εισέβαλε και στο καφενείο. Ουδείς γνωρίζει πούθε κρατάει η σκούφια του.

  • Από τον Χρήστο Μπολώση

Η κοψιά του κανονική. Ήγουν, ηλικία 45 με 50, μέτριο ανάστημα, χρώμα οφθαλμών καστανό, χρώμα κόμης καστανό, που αρχίζει και γίνεται ασημί, σχήμα κεφαλής ωοειδές, χρώμα προσώπου σιτόχρουν. Ντύσιμο, κάτι ανάμεσα σε Συριζαίο και νεοδημοκράτη. Πάντως απολύτως περιποιημένο και το παπούτσι να χτενίζεσαι από τη γυαλάδα. Τα πάντα όλα μιά χαρά.

Έρχεται το λοιπόν ο Τζίτζης στον καφενέ και πιάνει στασίδι στη γωνιά, λες και είναι ή ο Θωμάς ο Μακρυκώστας ή ο Στέλιος ο Κοντογιώργης και φοβάται μη του ρίξουν «μπαμ με το πιστόλι» η «χρατς με το μαχαίρι» και τον στείλουν ν’ αγοράσει οικόπεδο ευήλιον και ευαέρον στο Β΄ Νεκροταφείο, να βλέπει και τζάμπα τα παιχνίδια του Απόλλωνα Σμύρνης.
Ο χαρακτήρ του Τζίτζη μυστήριος. Λίγο βαρύς, λίγο μόρτης, λίγο απόμακρος, λίγο προσιτός, λίγο χιουμορώδης, λίγο σοβαρός, περισσότερο μάγκας και λιγότερο δάγκας

Έρχεται που λέτε ο Τζίτζης στο καφενείον «Η Συνάντησις των φίλων», του κ. Νικολάου Μερακλή, του επιλεγόμενου και «Μπίχλα», καθόσον η καθαριότητα δεν είναι και το δυνατό σημείο του. Ο κ. Μερακλής δεν είναι τίποτις χουντικός και γι’ αυτό διατηρεί την ταμπέλα στη καθαρεύουσα. Όχι. Δεν ασχολείται με τέτοια, καθόσον επαγγελματίας και καλά κάνει, αφού όσοι ασχοληθήκαν με την πολιτική την πάτησαν, εξόν των πολιτικών. Την έχει λοιπόν την ταμπέλα έτσι όπως την περίλαβε από τον μακαρίτη τον πατέρα του και ιδρυτή του ευαγούς αυτού ιδρύματος, αφενός για λόγους παραδόσεως και αφετέρου, διότι δεν υπάρχουν λεφτά για τέτοια έξοδα.

Ο Τζίτζης το λοιπόν έρχεται καθ εκάστην στον καφενέ κρατώντας εφημερίδας τρεις και βιβλία πέντε. Και μη νομίσετε ότι τα βιβλία τα έχει για μόστρα ή τα βγάζει όξω για να πάρουν αέρα, καθόσον η μούχλα σκοτώνει τη γνώση. Όχι. Τα έχει και τα μελετάει φίλε μου. Και να δεις που τα καταλαβαίνει κιόλας.

Παραγγέλνει λοιπόν: «Κύριε Νίκο τα γνωστά» και σε λίγο ο Νικόλαος Μερακλής, ο επιλεγόμενος και «Μπίχλας» καθόσον κ.λπ. φέρνει «τα γνωστά» ήγουν καραφάκι έν και μεζέ περιποιημένο.

Κάνει χώρο για τα καλούδια ο Τζίτζης, πίνει μια γουλιά ούζο, τρώει μισή σαρδέλα, ξεροβήχει και πετάει το δόλωμα:
– Ου να μου χαθείτε σκερβελέδες.
Οι περίοικοι μάγκες, που ψοφάνε από περιέργεια, ρωτάνε
– Το οποίον κ. Τζίτζη;
– Το οποίον μας δουλεύουνε με χίλια.
– Και ξανά το οποίον κ. Τζίτζη;
– Ρε σεις για ακούστε να δείτε.

Και αρχίζει τη διάλεξη ο Τζίτζης. Και αρχίζει να αναλύει στο φιλομαθές κοινόν, που ζύγωσε τις καρέκλες του στο τραπέζι του, τη τρέχουσα επικαιρότητα, όπως μόλις την είχε διαβάσει στις εφημερίδες.

Στον Τζίτζη λοιπόν, φίλες και φίλοι, θα ανατρέχουμε μερικές φορές, όταν θα θέλουμε να διαβάζουμε τις πιο έγκυρες αναλύσεις της αγοράς. Φλομώσαμε πια με τους σοβαροφανείς αναλυτάδες που βγαίνουν στο γυαλί και μας φουσκώνουν στη μπούρδα. Από λοιμωξιολόγους και σεισμολόγους, μέχρι διεθνολόγους και… αθλητικολόγους.

Τζίτζης λοιπόν και πάλι Τζίτζης, σε ζωντανή σύνδεση από το καφενείον «Η συνάντησις των φίλων» του κ. Νικολάου Μερακλή, του επιλεγόμενου και «Μπίχλα», καθόσον η καθαριότητα δεν είναι και το δυνατό σημείο του.

Υ.Γ.: Σήμερα σας έχω ένα ποίημα του μεγάλου (και καλά…) Πάμπλο Νερούδα με τίτλο: «Ωδή στον Στάλιν».

Βέβαια αυτά που λέει για τους τραπεζίτες και «τ’ αφεντικά του άνθρακα, του σίδερου, του χάλυβα…κ.λπ.» είναι σωστά και θα τα διόρθωναν ο Λένιν με τον Στάλιν («την συνοδιά του Λένιν») αλλά δεν… Και αφού παρέλαβαν «καμένη γη από τον Τσάρο» (από ‘κει φαίνεται το πήραν οι δικοί μας…) γέμισαν τον κόσμο αλεύρι και μήλα και τον έκαναν μηλόπιτα!!! Πραγματικά, διαβάζοντας αυτές τις ειδυλλιακές εικόνες του Πάμπλο για τον Στάλιν σούρχεται να τραγουδάς παρέα με τον Δημήτρη Ζάχο το «Μια βοσκοπούλα αγάπησα». Κάποιοι λένε ότι ο Στάλιν δολοφόνησε καμιά 50αριά εκατομμύρια αθώους συμπατριώτες του. Άστους να λένε…

Ωδή στον Στάλιν

Σύντροφε Στάλιν, στεκόμουν πλάι στη θάλασσα στην Ίσλα Νέγρα,
κι αναπαυόμουν από μάχες και ταξίδια,
όταν το νέο του θανάτου σου έφτασε σαν πάταγος του ωκεανού.
Έπεσε πρώτα η σιωπή, βουβάθηκαν τα πάντα, κι ύστερα ήρθε απ’ τη θάλασσα ένα μεγάλο κύμα.
Από φύκια, από ανθρώπους κι από μέταλλα, πέτρες, αφρούς και δάκρυα ήταν φτιαγμένο αυτό το κύμα.

Από την ιστορία, το χώρο και το χρόνο συγκέντρωσε την ύλη του
κι υψώθηκε θρηνητικά πάνω απ’ τον κόσμο
ώσπου μπροστά στα μάτια μου σείστηκε η ακτή
και γκρέμισε την πόρτα μου το θλιβερό μαντάτο του
με μια κραυγή θεόρατη λες κι άξαφνα συντρίφτηκε η γη. Ήταν το 1914.
Στις φάμπρικες στοιβάζονταν ο σπαραγμός και τα σκουπίδια.
Οι πλούσιοι του νέου αιώνα ξέσκιζαν με δαγκωματιές και μοίραζαν πετρέλαιο και νησιά, κανάλια και χαλκό.

Και ούτε μια σημαία τα χρώματά της δεν ξεδίπλωσε χωρίς να ’χουν κηλίδες από αίμα.
Απ’ το Χονγκ Κονγκ ως το Σικάγο η αστυνομία έψαχνε ντοκουμέντα και προβάριζε
τα μυδραλιοβόλα της στη σάρκα του λαού.
Πολεμικά εμβατήρια απ’ τ’ άγρια χαράματα έστελναν στρατιωτάκους να πεθάνουν.
Ξέφρενος ήτανε των γκρίνγκος ο χορός σε Παριζιάνικες μπουάτ τίγκα στην κάπνα.
Αιμορραγούσαν οι άνθρωποι.
Μια αιμάτινη βροχή έπεφτε απ’ τη γη, λεκιάζοντας τ’ αστέρια.
Και τότε πρεμιέρα έκαν’ ο θάνατος με σιδερένια πανοπλία. Η πείνα στους δρόμους της Ευρώπης μπήκε σαν παγωμένος άνεμος φύλλα ξερά λιχνίζοντας και κόκαλα σπασμένα. Σάρωνε το φθινόπωρο κουρέλια.
Σερνότανε ο πόλεμος στους δρόμους.

Μια μυρωδιά από χειμώνα κι από αίμα ανάδινε η Ευρώπη σάμπως σφαγείο παρατημένο.
Στο μεταξύ τ’ αφεντικά του άνθρακα, του σίδερου, του χάλυβα, του καπνού, των τραπεζών, του φυσικού αερίου, του χρυσού, του αλεύρου, του νίτρου, της εφημερίδας El Mercurio, οι ιδιοχτήτες των μπουρδέλων, οι Βορειοαμερικάνοι γερουσιαστές, οι πειρατές, σκασμένοι απ’ το χρυσάφι και το αίμα όλου του κόσμου, ήταν μαζί κι αφεντικά της Ιστορίας.
Απάνω εκεί στρογγυλοκάθονταν με φράκα, πνιγμένοι στη δουλειά μοιράζοντας παράσημα, επιταγές χαρίζοντας στην είσοδο για να τις κλέψουν πάλι με την έξοδο,
προσφέροντας μετοχές απ’ το χασάπικο και ξεκολλώντας με δαγκωματιές
κομμάτια του λαού και της γεωγραφίας.

Τότε με ντύσιμο απλό κι εργατικό κασκέτο, μπήκε ο άνεμος, εμπήκε του λαού ο άνεμος.
Ήταν ο Λένιν. Άλλαξ’ η γη, ο άνθρωπος, η ζήση.
Ο επαναστάτης αέρας της λευτεριάς σκόρπισε τα χαρτιά τα λεκιασμένα. Γεννήθηκε μια χώρα που δε σταμάτησε ποτέ να μεγαλώνει.
Μεγάλη όσο κι ο κόσμος, αλλά χωράει ως και στην καρδιά του πιο μικρού
εργάτη του γραφείου ή της φάμπρικας, του πλοίου ή του χωραφιού.
Ήταν η Σοβιετική Ένωση. Δίπλα στον Λένιν προχώραγε ο Στάλιν κι έτσι, με άσπρη μπλούζα, και με το γκρί κασκέτο του εργάτη, ο Στάλιν, με το γαλήνιο βήμα του,
μπήκε στην Ιστορία με συνοδιά τον Λένιν και τον άνεμο.
Ο Στάλιν από τότε έχτισε. Όλα τα χρειαζούμενα. Παράλαβε ο Λένιν απ’ τους τσάρους αράχνες και κουρέλια.

Ο Λένιν άφησε κληρονομιά για μια πλατιά κι ελεύθερη πατρίδα.
Ο Στάλιν την εγέμισε σχολεία και αλεύρι, τυπογραφεία και μήλα.
Ο Στάλιν, απ’ το Βόλγα μέχρι τα χιόνια του απροσπέλαστου Βορρά το χέρι του έβαλε κι απάνω του ένας άνθρωπος που άρχισε να χτίζει.
Οι πόλεις γεννηθήκανε. Οι στέπες τραγουδήσαν πρώτη φορά με του νερού τα λόγια.
Τα ορυκτά αναδύθηκαν, βγήκαν από τα σκοτεινά τους όνειρα, υψώθηκαν,
κι έγιναν ράγιες και τροχοί, λοκομοτίβες, σύρματα που κουβαλάγανε ηλεκτρισμένες συλλαβές σε όλα τα μήκη και τα πλάτη.
Ο Στάλιν έχτιζε.
Από τα χέρια του ξεφύτρωσαν σιτοβολώνες, τραχτέρια, σπουδαστήρια, δρόμοι,
κι αυτός εκεί, απλός όπως εσύ κι όπως εγώ, άμα εσύ κι εγώ μπορούσαμε
να ’μαστ’ απλοί όπως κι εκείνος.
Αλλά θα το μπορέσουμε. Η απλότητά του κι η σοφία του, η φτιαξιά του
από γλυκό ψωμί κι από ατσάλι αλύγιστο μας βοηθάει να είμαστ’ άνθρωποι την πάσα ημέρα, την πάσα ημέρα μάς βοηθάει να είμαστ’ άνθρωποι.
Να είμαστε άνθρωποι! Αυτός είναι ο σταλινικός νόμος!
Δύσκολο να ’ναι κανείς κομμουνιστής.
Θα πρέπει να το μάθει.

Να είμαστε άνθρωποι κομμουνιστές είναι ακόμα δυσκολότερο, και πρέπει να το μάθουμε απ’ τον Στάλιν, από την ήρεμή του δύναμη, από την μπετονένια διαύγειά του, την περιφρόνησή του στα φληναφήματα, στην κούφια αφηρημένη αρθρογραφία.
Αυτός επήγε κατευθείαν στο ψαχνό την ίσια δείχνοντας ξεκάθαρη γραμμή, μπαίνοντας στα προβλήματα χωρίς τα λόγια εκείνα που κρύβουν την κενότητα,
στο αδύναμο το κέντρο ακριβώς, που θα διορθώσουμε με το δικό μας τον αγώνα,
κλαδεύοντας τ’ αγριόχορτα, κάνοντας να φανεί το σχήμα των καρπών.
Ο Στάλιν είναι το καταμεσήμερο, είναι η ωριμότητα ανθρώπου και λαών.
Το είδανε στον πόλεμο οι γκρεμισμένες πόλεις να βγάζει μέσα απ’ τα ερείπια
την ελπίδα, και να την πλάθει απ’ την αρχή για να την κάνει ατσάλι, και να ορμάει με τη λάμψη της συντρίβοντας τα οχυρά του ερέβους.
Βόηθησε ως και τις μηλιές της Σιβηρίας να δώσουνε καρπό μέσα στην καταιγίδα.

Στα πάντα έμαθε να μεγαλώνουν, να ψηλώνουν, το ’μαθε στα φυτά, στα μέταλλα,
στα πλάσματα τα ζωντανά και στα ποτάμια να μεγαλώνουν έμαθε, καρπό να δίνουν και φωτιά.
Έμαθε σ’ όλους την Ειρήνη κι έτσι σταμάτησε με το φαρδύ του στήθος τους λύκους του πολέμου.
Μπροστά στη θάλασσα της Ίσλα Νέγρα, το πρωί, ύψωσα τη σημαία της Χιλής μεσίστια.
Ήταν η ακτή ερημική και μια ασημένια ομίχλη γινόταν ένα με του ωκεανού το μεγαλόπρεπο αφρό.
Μεσίστιο, μέσα στον κάμπο του γλαυκού, και το μοναχικό αστέρι της πατρίδας μου,
ανάμεσα ουρανού και γης, έμοιαζε δάκρυ.

Πέρασε κάποιος χωριανός, χαιρέτησε συμπάσχοντας, κι έβγαλε το καπέλο του.
Ένα παιδί ήρθε και μου άπλωσε το χέρι.
Κι αργότερα αυτός που ψάρευε αχινούς, ο γερο-βουτηχτής και ποιητής
ο Γκονσαλίτο, ήρθε κοντά και με συντρόφεψε κάτω απ’ τη σημαία.
«Ήτανε ο πιο σοφός απ’ όλους τους ανθρώπους», μου είπε κοιτάζοντας τη θάλασσα με τα γέρικά του μάτια, με τα αρχαία μάτια του λαού.
Κι ύστερα, για ώρα πολλή δε βγάλαμε μιλιά.
Ένα κύμα ταρακούνησε τις πέτρες της στεριάς.
«Αλλά ο Μαλενκόφ θα συνεχίσει τώρα το έργο του», συμπλήρωσε κι ανασηκώθηκε ο φτωχός ψαράς με το τριμμένο του σακάκι.
Τον κοίταξα κατάπληκτος και σκέφτηκα: Πώς, πώς το ξέρει; Από πού, σε τούτη εδώ την έρημη ακτή;

Και το κατάλαβα ότι του το ’χε διδάξει η θάλασσα. Κι εκεί, μες στην αγρύπνια μας, ένας ποιητής, ένας ψαράς κι η θάλασσα, κοιτάζουμε τον Καπετάνιο απόμακρα, όπου τραβώντας για το θάνατο άφησε σ’ όλους τους λαούς, κληρονομιά, τη ζήση του.

Τα Σταφύλια κι ο Άνεμος (Las uvas y el viento, Santiago, 1954)
Πρώτη ελληνική μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος
Πρώτη δημοσίευση στην Κατιούσα: Πάμπλο Νερούδα: Ωδή στον Στάλιν

Με τις υγείες σας

{{-PCOUNT-}}26{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ