ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΜΜΟΝΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΡΗΞΕΙΣ


Η έλλειψη οράματος αλλά και σχεδιασμού στα εθνικά θέματα οδήγησε συχνά σε δυσάρεστες εκπλήξεις και καταστροφές

Από τον
Γιάννη Χ. Κουριαννίδη*

Δεν ήταν λίγοι αυτοί που δάγκωσαν τη γλώσσα τους ακούγοντας τον Ντόναλντ Τραμπ να συνηγορεί υπέρ του Tούρκου προέδρου κατά την πρόσφατη συνάντησή τους στην Οσάκα της Ιαπωνίας. Κι αυτό διότι μέχρι τότε ξιφουλκούσαν υπέρ του Αμερικανού προέδρου, εξαίροντας τη στάση του κατά της Τουρκίας και την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων στην περιοχή.

Δυστυχώς, η πρόσδεση της χώρας μας στο άρμα κάποιας υπερδύναμης, χωρίς όμως σεβασμό και διδαχές από την Ιστορία μας, είναι κάτι που χαρακτηρίζει τόσο μεγάλη μερίδα των πολιτών όσο και το σύνολο σχεδόν των εκπροσώπων του πολιτικού κόσμου. Η έλλειψη οράματος και ενός μακροχρόνιου σχεδιασμού για την εξυπηρέτηση των εθνικών μας συμφερόντων οδηγεί συχνά σε δυσάρεστες εκπλήξεις και κάποιες φορές ακόμη και σε εθνικές καταστροφές.

Εν προκειμένω, η απογοήτευση στο κλαμπ των θαυμαστών του Τραμπ ήταν έκδηλη! Προφανώς διότι κανείς τους δεν θυμήθηκε τη φράση του Γέρου του Μοριά «ό,τι κάμομε θα το κάμομε μονάχοι μας», συνειδητοποιώντας πως οι ξένοι νοιάζονται αποκλειστικά για το δικό τους συμφέρον.

Αυτό που δεν έχει γίνει συνείδηση στους Eλληνες πολιτικούς είναι ότι για την εξυπηρέτηση των εθνικών μας συμφερόντων θα πρέπει να ανιχνεύσουμε τα σημεία ταύτισής τους με τα συμφέροντα των μεγάλων πολιτικών ή/και οικονομικών δυνάμεων, ώστε η εξυπηρέτησή τους να αποβεί προς όφελος όλων των πλευρών. Ισως διότι αυτό απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες, διορατικότητα, πολιτική οξυδέρκεια, αλλά πρωτίστως εθνική ευαισθησία, χαρακτηριστικά που έχουν αποδείξει οι πολιτικοί μας, στο σύνολό τους, ότι τα στερούνται. Αντιθέτως, παραμένουν πιστοί σε ιδεοληψίες και εμμονές, ακόμη και όταν αυτές έρχονται σε αντίθεση με το συμφέρον της πατρίδας και της κοινωνίας.

Οι συμφωνίες που κατά καιρούς σύναψαν ελληνικές κυβερνήσεις με αυτές γειτονικών χωρών (λ.χ. Μορφωτικά Πρωτόκολλα Ελλάδος - Τουρκίας για την εκπαίδευση των μουσουλμανοπαίδων της Θράκης μας, Μνημόνιο Γιλμάζ - Παπούλια, Συμφωνία των Πρεσπών κ.λπ.) αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις μιας διαχρονικής εθελοδουλείας, αποτέλεσμα αυτών των ιδεοληψιών και εμμονών. Πρόκειται για συμφωνίες που εκχώρησαν κρατικά και εθνικά δίκαια σε χώρες που πίεζαν προς την κατεύθυνση αυτή ενάντια σε κάθε έννοια διεθνούς και ιστορικού δικαίου.

Προφανώς αυτός είναι και ο βασικός λόγος που στα σχολικά εγχειρίδια Ιστορίας δεν έχει επισημανθεί ποτέ ο βαθύς πολιτικός συμβολισμός του ΟΧΙ του Ιωάννη Μεταξά απέναντι στην ιταμή ιταλική πρόκληση στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Το ΟΧΙ αυτό δεν υπάκουε απλώς στη διαχρονική στάση του Ελληνισμού για την υπεράσπιση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειάς του. Αν αναλογιστεί κανείς ότι το καθεστώς της 4ης Αυγούστου προσιδίαζε ιδιαιτέρως με αυτό του Μουσολίνι, αλλά και γενικότερα με αυτά των κρατών που αποτελούσαν τον τότε Aξονα, αυτό το ΟΧΙ αποκτά μία βαθιά πολιτική σημασία. Ο Ι. Μεταξάς, διαβλέποντας ότι η νίκη στον πόλεμο θα ήταν με τις δυνάμεις της θάλασσας (Αγγλία), επέλεξε το δικό τους στρατόπεδο, παρά την ιδεολογική συγγένεια με τα καθεστώτα της Ιταλίας και της Γερμανίας. Επέλεξε δηλαδή το εθνικό συμφέρον, το οποίο ήταν ενάντιο της ιδεολογίας την οποία ενσάρκωνε το καθεστώς του. Και δικαιώθηκε!

Στην εποχή μας, δυστυχώς, όχι μόνο δεν υπάρχουν πια Μεταξάδες, αλλά ακόμη και αυτή η γενιά των πολιτικών που προτάσσουν το συμφέρον της πατρίδας φαίνεται πως έχει εκλείψει (τουλάχιστον στην πράξη, διότι στα λόγια υπάρχουν πολλοί!). Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εδώ κυριαρχούν οι ασήμαντοι υπαλληλίσκοι διεθνών κέντρων εξουσίας. Αυτό ακριβώς αποτυπώνει και το δράμα όσων πολιτών προσέλθουν στις κάλπες της 7ης Ιουλίου με πατριωτικές ανησυχίες…

 *Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα»