Πώς περνούσαν το καλοκαίρι τους οι κάτοικοι στη Νέα Φιλαδέλφεια!

Το πέρασμα από τους λαϊκούς οργανοπαίκτες στα μεγάφωνα 

Από τον 
Ελευθέριο Σκιαδά

Bρισκόμαστε στη μέση του καλοκαιριού και είναι θαυμάσια ευκαιρία να θυμηθούμε πώς περνούσαν το καλοκαίρι τους οι κάτοικοι των συνοικισμών, ξεκινώντας από τη Νέα Φιλαδέλφεια των προπολεμικών χρόνων, όταν ακόμη ήταν κοινότητα.

Η νυχτερινή έξοδος θαρρούσε κανείς ότι ήταν έθιμο της συνοικίας, φερμένο με τους κατοίκους της από την πατρίδα τους.

Εθιμο το οποίο τηρείτο με θρησκευτική ευλάβεια. Η έξοδος πριν ή μετά το βραδινό φαγητό εθεωρείτο πατροπαράδοτη υπόθεση.

Ιδιαίτερα το καλοκαίρι τίποτα δεν ήταν ικανό να κρατήσει τους κατοίκους μέσα στα σπίτια τους. Η κίνηση ήταν πάνδημη.

Επίσης, δεν ήταν λίγοι οι Αθηναίοι που κατευθύνονταν προς την κοινότητα της Νέας Φιλαδέλφειας για να διασκεδάσουν.

Καρδιά της κοινωνικής ζωής ήταν η πλατεία Πατριάρχου, στην οποία κατέληγαν όλοι οι δρόμοι της συνοικίας.

Τα βράδια λοιπόν, κάτω από το πλούσιο φως των κοινοτικών λαμπτήρων και των ψυχαγωγικών κέντρων, πολύβουο πλήθος ξεπρόβαλλε από τους γύρω δρόμους κατακλύζοντας την πλατεία και τη λεωφόρο Τατοΐου.

Την ώρα αιχμής τα λεωφορεία που έφθαναν, μεταφέροντας τους τελευταίους καθυστερημένους επιβάτες, με δυσκολία διέσχιζαν τη λεωφόρο για να προσεγγίσουν το τέρμα.

Από την Αλυσίδα έως το κέντρο Ζάππειο, έξω από τον συνοικισμό προς το Τατόι, πολλοί ήταν οι περιπατητές που αναζητούσαν δροσιά στα κέντρα που βρίσκονταν στις δύο πλευρές της. Και πάλι, όμως, δεν ήταν αρκετά για να φιλοξενήσουν τόσο κόσμο. Γι' αυτό πολλοί ήταν εκείνοι που κατευθύνονταν προς το αλσύλλιο της βασιλίσσης Αμαλίας.

Μπορεί να μην έβρισκαν εξυπηρέτηση, αλλά τουλάχιστον εξασφάλιζαν και απολάμβαναν ικανοποιητική δροσιά. Το θέαμα της πλατείας αλλά και ολόκληρης της συνοικίας τις νυχτερινές ώρες μας έχει παραδώσει ο Θεμιστοκλής Τσακιρίδης το 1938.

Γνωστά κέντρα της εποχής, όπως το Κρυστάλ του Αντ. Σπανόπουλου και το Βυζάντιο του Γρ. Γρηγοριάδη σκορπούσαν μέσω μεγαφώνων διεθνείς ήχους, που είχαν αντικαταστήσει τις ορχήστρες με τους βιρτουόζους της σμυρναϊκής και πολίτικης μουσικής.

Πολλοί περιπατητές, γοητευμένοι από τα ευρωπαϊκά ακούσματα, κοντοστέκονταν σχηματίζοντας μικρά «πηγαδάκια». Απολάμβαναν από τα μεγάφωνα το «αηδόνι της Βιένης», όπως αποκαλούσαν τη Μάρθα Εγκερθ.

Στα τραπεζάκια των κέντρων επικρατούσε το αδιαχώρητο. Αγανακτούσε ακόμη και ο περίφημος Ζεϊμπέκης, το γκαρσόνι του Βυζαντίου, παρά το γεγονός ότι ήταν γνωστός για την ικανότητά του να μεταφέρει στο χέρι δύο δίσκους με τουλάχιστον 20 ποτήρια.

Πιστό στην παράδοση παρέμενε το κέντρο Αίγλη του Δ. Κοντινιά, κοντά στο τέρμα των λεωφορείων. Χρησιμοποιούσε ζωντανή ορχήστρα για εκείνους που δεν αρκούνταν στην ακοή χωρίς την όραση.

Υπήρχαν, όμως, και εξοχικά κέντρα για… φυσιολάτρες, όπως η περίφημη Σπηλιά του παπα-Λευτέρη. Ηταν τόπος συνάντησης για τους «Ρωμαίους» και τις «Ιουλιέτες».

Κοντά στη Σπηλιά βρισκόταν και η Ταράτσα Καλλιθέα του Σιταρά με εκλεκτή ορχήστρα, υπό τους ήχους της οποίας τόσο η νεολαία της συνοικίας καθώς και πολλοί Αθηναίοι διασκέδαζαν καθημερινά.