Δημόσιο παράθυρο: Για 13ο - 14ο μισθό

Πώς οι αποφάσεις του ΣτΕ μπορούν να ανατραπούν στον Αρειο Πάγο
Για ποιους εργαζομένους που έχουν κάνει προσφυγές δεν δεσμεύονται τα πολιτικά δικαστήρια
Τι αναφέρει η γνωμοδότηση που κρατά ζωντανές τις ελπίδες των 600.000 υπαλλήλων

Η Θέση μας: Η ΛΕΡΝΑΙΑ ΥΔΡΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ

Από τον
Νάσο Χατζητσάκο

Aνοιχτό παραμένει το «παράθυρο» για την επαναφορά των «δώρων» και την επιστροφή αναδρομικών στους 600.000 δημόσιους υπαλλήλους και τους εργαζομένους στους ΟΤΑ και σε ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ του δημόσιου τομέα, παρά την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ που έκρινε συνταγματική την κατάργησή τους από το 2012 και μετά.

Τα δεδομένα δεν αποκλείεται να ανατραπούν όταν στον Αρειο Πάγο φτάσουν οι προσφυγές απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) με το Δημόσιο.

Σε μια τέτοια περίπτωση, εντός των επόμενων ενός δύο ετών το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) θα κληθεί να αποφανθεί οριστικά για την επαναχορήγηση -ή μη- του 13ου και του 14ου μισθού στον δημόσιο τομέα.

Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει μέσα από την ανάλυση της γνωμοδότησης που έκανε η νομική σύμβουλος της ΑΔΕΔΥ Μαργαρίτα Παναγοπούλου, με αφορμή τις πρόσφατες αποφάσεις (1307 - 1316/19) της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) βάσει των οποίων κρίθηκε συνταγματική η κατάργηση των «δώρων» στο Δημόσιο με τις σχετικές διατάξεις του νόμου 4093/2012.

Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση, η πρόσφατη κρίση των ανώτατων δικαστών του ΣτΕ δεν έβαλε οριστικά ταφόπλακα στις ελπίδες των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα για την επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού.

Γιατί; Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση, η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ δεσμεύει τα διοικητικά δικαστήρια, στα οποία είχαν προσφύγει οι μόνιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου και τα οποία, αν και τυπικά μπορούν να κρίνουν διαφορετικά, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα συμπορευθούν με την κρίση του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Μάλιστα, το ενδεχόμενο να μην εξετασθούν καν στο ακροατήριο οι εκκρεμείς αγωγές, αλλά να απορριφθούν ως προδήλως αβάσιμες είναι το πλέον πιθανό.

Ομως, οι αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ δεν δεσμεύουν τα πολιτικά δικαστήρια τα οποία είναι αρμόδια να κρίνουν τις εκκρεμείς προς εκδίκαση αγωγές υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ του δημοσίου τομέα, που υπηρετούν με σχέση ιδιωτικού δικαίου (ορισμένου ή αορίστου χρόνου).

«Τα πολιτικά δικαστήρια έχουν ευχέρεια να συνεκτιμήσουν στο πλαίσιο εκδικάσεως εκκρεμών αγωγών τις εκδοθείσες αποφάσεις της Ολομέλειας, αλλά δεν δεσμεύονται από τούτες και μπορούν να κρίνουν διαφορετικά (χωρίς δηλαδή τούτο να τις καθιστά εκκλητές ή αναιρέσιμες, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των διοικητικών δικαστηρίων)» αναφέρεται χαρακτηριστικά στη γνωμοδότηση της νομικής συμβούλου της ΑΔΕΔΥ.

Στον κλάδο της πολιτικής Δικαιοσύνης, επισημαίνεται επίσης στη γνωμοδότηση, «ανώτατο δικαστήριο είναι ο Αρειος Πάγος, ο οποίος όταν φθάσει να εκδικάσει σχετική αίτηση αναιρέσεως (στρεφόμενης είτε κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου είτε κατά αποφάσεως Μονομελούς Πρωτοδικείου και υπό τους περιορισμούς του άρθρου 560 ΚΠολΔ), μπορεί ασφαλώς να αποφανθεί διαφορετικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας».

Σε αυτή την περίπτωση, εάν ο Αρειος Πάγος λάβει διαφορετική από το ΣτΕ απόφαση, το ζήτημα της συνταγματικής ή μη κατάργησης των «δώρων» στον δημόσιο τομέα θα φτάσει στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

Το ΑΕΔ θα κληθεί, λοιπόν, να επιλύσει την αμφισβήτηση περί της συνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως του νόμου 4093/2012.

«Ως εκ του ενδεχομένου αυτού», τονίζει η νομική σύμβουλος της ΑΔΕΔΥ, «προκρίνεται σε κάθε περίπτωση η διατήρηση της εκκρεμοδικίας εκ μέρους των εναγόντων, τόσο ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων (στα οποία ούτως ή άλλως δεν έχει εισέτι αποφανθεί ο Αρειος Πάγος) όσο και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, δοθέντος ότι μόνον μια απόφαση του ΑΕΔ θα τάμει οριστικά και έναντι πάντων το ζήτημα της συνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως του ν.4093/2012».

Μάλιστα, η διατήρηση της εκκρεμοδικίας μέσα από την εξέταση των προσφυγών που έχουν κάνει εργαζόμενοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου (αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στα πολιτικά δικαστήρια από την ΑΔΕΔΥ προκρίνεται για ακόμη έναν λόγο: Εφόσον οιοσδήποτε ενάγων υπάλληλος αυτής της κατηγορίας επιθυμεί να ασκήσει προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ζητώντας αποζημίωση (όχι ασφαλώς την καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας) για την προσβολή του δικαιώματός του σε προστασία της περιουσίας του, ο πυρήνας του οποίου εθίγη από την κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, είναι υποχρεωμένος να έχει εξαντλήσει προηγουμένως τα εσωτερικά ένδικα μέσα που προβλέπει η ελληνική έννομη τάξη.

Πολύ απλά, σύμφωνα με τη νομική σύμβουλο της ΑΔΕΔΥ, «εφόσον κάποιος επιθυμεί να υποβάλει για τον λόγο αυτόν προσφυγή στο ΕΔΔΑ κατά του ελληνικού Δημοσίου, ήτοι για παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, θα πρέπει προηγουμένως να έχει εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα».

Στο ίδιο πλαίσιο, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της ΑΔΕΔΥ, στην περίπτωση που έχουν εισπραχθεί χρήματα από υπαλλήλους υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου (σε εκτέλεση αποφάσεων Ειρηνοδικείων ή Μονομελών Πρωτοδικείων) δεν ανακύπτει κανένα ζήτημα επιστροφής τους, λόγω των αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ.

Ομως, όσοι υπάλληλοι, υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, έχουν πετύχει την έκδοση πρωτόδικων δικαστικών αποφάσεων από τα αρμόδια Ειρηνοδικεία την παρούσα χρονική στιγμή, δεν μπορούν να εισπράξουν χρήματα όσο εκκρεμεί η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως ή εφόσον έχει ασκηθεί έφεση.

«Λόγω του ανασταλτικού αποτελέσματος τόσο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως όσο και της ασκηθείσας εφέσεως (εφόσον έχει ήδη κατατεθεί)», επισημαίνεται στη γνωμοδότηση, «δεν μπορούν τα εν λόγω πρόσωπα δικονομικώς να εισπράξουν χρήματα. Εάν δεν γίνουν εφέσεις από τον αντίδικο (Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ), τότε οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν δικονομικώς να ανατραπούν και τα εισπραχθησόμενα χρήματα δεν μπορούν να αναζητηθούν πλέον. Εάν ασκηθούν εφέσεις από τον αντίδικο, οι ενάγοντες υπάλληλοι δεν μπορούν να εισπράξουν χρήματα μέχρι να εκδοθούν οι οικείες αποφάσεις από τα δευτεροβάθμια δικαστήρια».