«Αντισυνταγματική η... έξωση Θάνου»

«Κόλαφος» από την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, που μιλά για απειλή της ανεξαρτησίας της Αρχής

Παράνομη και αντισυνταγματική κρίθηκε και από την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής των Ελλήνων η φωτογραφική διάταξη που περιλαμβάνεται στο διυπουργικό νομοσχέδιο, το οποίο ψηφίζεται σήμερα, μέσω της οποίας η κυβέρνηση προσπαθεί να παύσει από τη θέση της -λίγους μόλις μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων της- την πρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού Βασιλική Θάνου, όπως και την αντιπρόεδρο και πολλά μέλη και διευθυντικά στελέχη. 

Στην έκθεση-κόλαφο η Επιστημονική Υπηρεσία καταλήγει στο συμπέρασμα όχι μόνο πως το άρθρο 101, που αφορά την Επιτροπή Ανταγωνισμού, αντιβαίνει το Ενωσιακό Δίκαιο, αλλά και πως θέτει σε άμεσο κίνδυνο την ανεξαρτησία της Αρχής, δικαιώνοντας πανηγυρικά τη νομική επιχειρηματολογία που διατυπώθηκε και από την Ολομέλεια της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, η Επιστημονική Υπηρεσία αναφέρεται, καταρχάς, σε σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης και δείχνει σαν να αναγκάζεται να επαναπροσδιορίσει τα προφανή.

«Και μόνον ο κίνδυνος οι εποπτεύουσες κρατικές Αρχές να μπορούν να ασκήσουν πολιτική επιρροή επί των αποφάσεων των Αρχών ελέγχου αρκεί για να εμποδίσει την ανεξάρτητη άσκηση των καθηκόντων τους» αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση και σημειώνεται πως «αν επιτρεπόταν σε κάθε κράτος-μέλος να θέσει τέρμα στη θητεία Αρχής ελέγχου πριν από την αρχικώς προβλεπόμενη λήξη της κατά παράβαση των 20 κανόνων και των εγγυήσεων που έχουν προβλεφθεί προς αυτόν τον σκοπό από την εφαρμοστέα νομοθεσία, η απειλή τέτοιας πρόωρης παύσεως, η οποία θα επλανάτο επί της Αρχής αυτής καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας της, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μιας μορφής υπακοή της στην πολιτική εξουσία, ασυμβίβαστη με την ως άνω απαίτηση περί ανεξαρτησίας...».

Η έκθεση αναφέρεται αναλυτικά στην Οδηγία 1/2019 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 και καταλήγει πως οι Αρχές Ανταγωνισμού «μπορούν να παυθούν μόνον αν δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις εκτέλεσης των καθηκόντων ή αν κριθούν ένοχοι σοβαρής παράβασης καθήκοντος βάσει της εθνικής νομοθεσίας».

Τέλος, η Επιστημονική Υπηρεσία παρατηρεί ότι το θεσπιζόμενο ασυμβίβαστο παραπέμπει «στην έννοια του “κωλύματος”, π.χ., βουλευτή (άρθρο 56 παρ. 3 του Συντάγματος). Οπως σχολίασε η Επιτροπή Ανταγωνισμού σε σχετικό δελτίο Τύπου που εξέδωσε, «η εν λόγω συνταγματική διάταξη θεσπίζει κωλύματα για την υποψηφιότητα και την εκλογή βουλευτών, τα οποία εφαρμόζονται διότι έχουν προβλεφθεί ήδη πριν από την εκλογή βουλευτών κι όχι μεταγενέστερα, με αναδρομική ισχύ, όπως προβλέπει η επίμαχη διάταξη του άρθρου 101».

«Η παραίτησή μου θα ήταν σύμπραξη σε παρανομία»

«Aν παραιτηθώ, είναι σαν να συμπράττω στην παράνομη εφαρμογή μιας διάταξης» δήλωσε μεταξύ άλλων η πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού Βασιλική Θάνου σε συνέντευξη που παραχώρησε, χθες, στην τηλεόραση του ΑΝΤ1. Η κυρία Θάνου χαρακτήρισε τη διάταξη αυταπόδεικτα «άκρως φωτογραφική», καθώς, όπως είπε, αφορά αποκλειστικά και μόνο την Επιτροπή Ανταγωνισμού και όχι κάποια άλλη από τις 22 ανεξάρτητες, κάνοντας λόγο για «βίαιη αποπομπή» η οποία «αποδεικνύει ότι υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη θέση αυτή από ορισμένους φορείς και από ορισμένα πρόσωπα».

«Με στοχοποιούν επειδή με συνδέουν με τον πρώην πρωθυπουργό, όμως δεν υπήρξα ποτέ κομματικό πρόσωπο με την έννοια που θέλει να μου βάλει ταμπέλα η Ν.Δ.» Οπως διευκρίνισε, επιλέχθηκε να υπηρετήσει αμισθί ως προϊσταμένη του Νομικού Γραφείου της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης από τον κ. Τσίπρα εξαιτίας της επιστημονικής της ιδιότητας και έκανε λόγο για «υποκειμενικό και αυθαίρετο προσδιορισμό» που της έχει προσάψει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Επίσης, χαρακτήρισε «άκομψο» τον τρόπο που εκφράστηκαν κυβερνητικά στελέχη στην επιτροπή της Βουλής. Αναφερόμενη ειδικά στον Μάκη Βορίδη και στις κατηγορίες που εκτόξευσε σε βάρος της, ότι δηλαδή «γοητεύτηκε και πήγε αμισθί στο Νομικό Γραφείο της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης», τον κάλεσε να «σέβεται και ως δικηγόρος τις θεσμικές ιδιότητες που έχουν ορισμένοι». Τόνισε, μάλιστα, πως «δεν έχει αμφισβητήσει κανείς τη συνεισφορά μου τα τελευταία 42 χρόνια».

Τέλος, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τα οφέλη που αποκομίζει από τη συγκεκριμένη θέση, σημείωσε πως παίρνει 100 ευρώ λιγότερα από τη σύνταξή της, η οποία έχει ανασταλεί.