Οι ελαφρύνσεις φόρων στο μικροσκόπιο των δανειστών

Αρχίζει σήμερα η 4η αξιολόγηση, με τους Ευρωπαίους να αμφισβητούν τη ρύθμιση των 120 δόσεων και να βλέπουν «τρύπα» το 2020

Ρεπορτάζ
Γιώργος Χατζηδημητρίου

Φορτωμένοι με «βαριές αποσκευές» καταφτάνουν οι εκπρόσωποι των δανειστών για τις εργασίες της 4ης αξιολόγησης, που αρχίζουν σήμερα στην Αθήνα.

Τα αγκάθια, κατά γενική ομολογία, είναι πολλά, δεδομένου ότι, εκτός από τις σημαντικές εκκρεμότητες του παρελθόντος, στο τραπέζι βρίσκονται και οι νέες υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις κυβερνητικές εξαγγελίες για φοροελαφρύνσεις στη διετία 2019-2020, και συγκεκριμένα: η μείωση του φορολογικού συντελεστή για τα κέρδη των επιχειρήσεων από το 28% στο 24%, η μείωση του φόρου στα μερίσματα από το 10% στο 5%, η καθιέρωση εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή 9% για τα φυσικά πρόσωπα από 22% που ισχύει σήμερα, το πρόσθετο αφορολόγητο 1.000 ευρώ για κάθε παιδί, ο φόρος 10% στα νέα αγροτικά σχήματα, το «πάγωμα» του ΦΠΑ στις νέες οικοδομές και του φόρου υπεραξίας στις μεταβιβάσεις ακινήτων για μια τριετία, η έκπτωση έως και 50% στις δαπάνες ενεργειακής αναβάθμισης ακινήτων, η μείωση 1% των ασφαλιστικών κρατήσεων μισθωτών από τον Ιούνιο του 2020 και ο ΦΠΑ 13% στα βρεφικά είδη.

Οι δανειστές φαίνεται ότι συμμερίζονται τις διαβεβαιώσεις του υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα πως ο φετινός στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% είναι απολύτως εφικτός, ωστόσο διατηρούν μεγάλες επιφυλάξεις για την επόμενη χρονιά, μετά και το πακέτο φοροελαφρύνσεων ύψους 1,2 δισ. ευρώ που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός.

Δείγμα προθέσεων

Ήδη τις προηγούμενες ημέρες τα τεχνικά κλιμάκια που προηγήθηκαν έδωσαν σαφές δείγμα των προθέσεών τους. Θέμα μείωσης του αφορολογήτου δεν τέθηκε επισήμως, αλλά την ίδια στιγμή αμφισβητήθηκε έντονα η εισπρακτική αποδοτικότητα της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τις 120 δόσεις, η οποία, όπως υποστηρίζουν οι δανειστές, θα προκαλέσει το 2020 δημοσιονομικό κενό τουλάχιστον 200.000.000 ευρώ από οφειλέτες οι οποίοι επιλέγουν να εγκαταλείψουν την πάγια ρύθμιση και να αξιοποιήσουν τη νέα, που προσφέρει περισσότερες μηνιαίες δόσεις και μεγαλύτερες ευκολίες πληρωμής.

Στον αντίποδα, η ελληνική πλευρά επισημαίνει ότι η αυξημένη προθυμία θα δικαιώσει τις προβλέψεις, κάτι, όμως, που δεν συμβαίνει για την ώρα, καθώς η προθεσμία λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου και στο ταμείο έχουν εισρεύσει λιγότερα από 300.000.000 ευρώ.

Στο ίδιο πλαίσιο, οι δανειστές δείχνουν αποφασισμένοι να απορρίψουν την αύξηση των δόσεων για τη νέα πάγια ρύθμιση σε περισσότερες από 12, εάν δεν εισαχθούν αυστηρά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.

Βασικό «χαρτί» στα χέρια της κυβέρνησης θα είναι το επιχείρημα ότι μετά τη μεταρρυθμιστική βραδυπορία του ΣΥΡΙΖΑ ανοίγει πλέον ο δρόμος για μεγάλα, εμβληματικά έργα του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και εκπληρώνονται οι μεταμνημονιακές δεσμεύσεις, με όχημα το ξεβάλτωμα των αποκρατικοποιήσεων του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών και του Ελληνικού, που ενισχύουν χωρίς αμφιβολία τις θέσεις της Αθήνας.

Αναλόγως θετικά αξιολογούνται από τους δανειστές η πλήρης άρση των capital controls, όπως και η πρόωρη εξόφληση του ακριβού τμήματος των δανείων του ΔΝΤ.

Το ενδιαφέρον των δανειστών εστιάζεται, επίσης, στην ενέργεια (αποκρατικοποίηση ΕΛ.ΠΕ., ΔΕΠΑ, κατάσταση σε ΔΕΗ, ΕΛ.ΤΑ.), στην πρώτη κατοικία, σχετικά με την οποία έχουν ολοκληρωθεί μόλις 10 ρυθμίσεις, στην ενίσχυση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και στα φέσια του Δημοσίου στην αγορά, τα οποία παραμένουν αμετακίνητα στα 2 δισ. ευρώ.