Η μεγάλη ληστεία στις συντάξεις

Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον νόμο Κατρούγκαλου και τις αθλιότητες που επέβαλε δεν είχε και τόσο μεγάλη σχέση με τη Δικαιοσύνη όσο με την πολιτική και μάλιστα τη μικροπολιτική. Σε απλά ελληνικά και χωρίς περιττές λεκτικές «γιρλάντες», οι δικαστές με την απόφασή τους είπαν ότι είναι μεν άδικος ο νόμος, αλλά η νομιμότητα και η Δικαιοσύνη θα εφαρμοστούν από τούδε και στο εξής. Οσοι έχασαν έχασαν και τα αναδρομικά να τα ξεχάσουν! 

Φυσικά, οι παροικούντες τη χρεοκοπημένη «Ιερουσαλήμ» του Μνημονίου δεν περίμεναν κάτι καλύτερο. Είναι συνήθεια στην Ελλάδα η αδικία να φέρει τη σφραγίδα του νόμου ή, έστω, της νομιμοφάνειας και οι δικαστικές αποφάσεις να ενισχύουν σε καθημερινή βάση την πεποίθηση των πολιτών ότι δεν μπορούν να ελπίζουν σε τίποτα από τους… θεσμούς. 

Το εξοργιστικό της υπόθεσης, όμως, είναι πως στην προαναφερθείσα απόφαση του ΣτΕ γίνεται παραδοχή ότι είναι μεν αντισυνταγματικές οι βάσεις του νόμου Κατρούγκαλου, αλλά δεν θα αποζημιωθούν εκείνοι που έχασαν αδίκως εισοδήματα από τους πειραματισμούς της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. 

Αντιθέτως, με βάση τη νοοτροπία που διέπει όλες τις εξουσίες, παρελθούσες, παρούσες και επόμενες, οι συνταξιούχοι θα πρέπει να δηλώνουν αλλά και να είναι ευχαριστημένοι, αφού το κράτος θα καταδεχθεί να τους κάνει κάποιες… αυξήσεις. Ενώ έχει προηγηθεί η μεγάλη ληστεία στις συντάξεις, οι ληστευθέντες θα πρέπει να χαμογελούν επειδή θα επιστραφούν κάποια από τα κλοπιμαία.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί το μεγάλο ηθικό δίδαγμα: Με πόσο μεγάλη καχυποψία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται πολιτικές προσωπικότητες όπως εκείνη του κ. Κατρούγκαλου, που έγινε γνωστός από τις αντιμνημονιακές συγκεντρώσεις - σε εκείνες που συμμετείχε προτού κυβερνήσει μνημονιακότατα ο ΣΥΡΙΖΑ. Από την κάτω μεριά της πλατείας Συντάγματος ο κ. Κατρούγκαλος ξιφουλκούσε κατά των περικοπών για να έρθει στη συνέχεια στα πράγματα και να γονατίσει κυριολεκτικά και μεταφορικά τους συνταξιούχους με το αθλιότερο ασφαλιστικό νομοσχέδιο όλων των εποχών.

Ακόμα μία περίπτωση υποκρισίας και ανικανότητας αντάξιων να καταχωριστούν στα βιβλία των Ρεκόρ Γκίνες.