Με διαρροές το ψήφισμα για την παραπομπή του Τραμπ

Εγκρίθηκε και επίσημα η έρευνα. Ψήφισαν κατά δύο Δημοκρατικοί

Από την
Έλενα Στάθου-Ελευθερόγλου

Μπορεί οι εξελίξεις να τρέχουν στη Συρία, μετά και την εξόντωση του ηγέτη του Ισλαμικού Κράτους Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκντάντι από τους Αμερικανούς κομάντος, εντούτοις ο πρόεδρος Τραμπ έχει στρέψει πλέον όλη του την προσοχή στη Βουλή των Αντιπροσώπων, που έχει αρχίσει τη διαδικασία έρευνας για την παραπομπή του. 

Χθες το νομοθετικό σώμα προχώρησε σε μια καθοριστικής σημασίας ψηφοφορία, προκειμένου να εγκρίνει την επίσημη έρευνα για την παραπομπή και τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθεί η όλη διαδικασία, που εισέρχεται στη δεύτερη φάση της, με τις δημόσιες καταθέσεις.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων, στην οποία την πλειοψηφία έχει το κόμμα των Δημοκρατικών, υιοθέτησε την απόφαση αυτή με 232 ψήφους υπέρ, έναντι 196 κατά, καθώς οι κοινοβουλευτικοί τήρησαν σε μεγάλο βαθμό τη γραμμή του κόμματός τους. Υπέρ της απόφασης ψήφισε και η πρόεδρος της Βουλής, η Δημοκρατική Νάνσι Πελόζι, γεγονός ασυνήθιστο, καθώς παραδοσιακά οι πρόεδροι απέχουν από τις ψηφοφορίες. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι δύο βουλευτές των Δημοκρατικών -από περιοχές όπου ο Τραμπ συγκεντρώνει υψηλά ποσοστά- ψήφισαν κατά της απόφασης.

Το ψήφισμα, μεταξύ άλλων, περιγράφει και τα δικαιώματα που θα έχουν οι δικηγόροι του Αμερικανού προέδρου κατά τη διάρκεια της όλης διαδικασίας.

Οι βουλευτές των Δημοκρατικών προσπαθούν να αποδείξουν ότι ο πρόεδρος Τραμπ άσκησε πίεση στον Ουκρανό ομόλογό του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, προκειμένου το Κίεβο να αρχίσει έρευνα εναντίον του τέως αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν και του γιου του Χάντερ, με στόχο την αμαύρωση του ονόματος του πολιτικού του αντιπάλου και ενδεχόμενου προεδρικού υποψηφίου στις εκλογές του 2020. Ο Αμερικανός πρόεδρος αρνείται φυσικά οποιαδήποτε παράβαση των καθηκόντων του και δηλώνει ότι αποτελεί τον στόχο «πραξικοπήματος».

Λίγο μετά την ψηφοφορία, όπως ήταν αναμενόμενο, ο πρόεδρος Τραμπ κατήγγειλε μέσω twitter «το μεγαλύτερο κυνήγι μαγισσών στην αμερικανική ιστορία». Από την πλευρά του ο Λευκός Οίκος ανέφερε σε δελτίο Τύπου: «Είναι άδικο, αντισυνταγματικό και θεμελιωδώς αντιαμερικανικό».