Κωμωδία ή δράμα;

Κάπου εκεί στην δεκαετία του 1950, ήταν σχεδόν ποινικό αδίκημα να εκφράσεις την άποψη ότι σου αρέσει η κωμωδία και όχι το δράμα.

Εισέπραττες ένα περιφρονητικό βλέμμα και το όνομά σου καταχωριζόταν πάραυτα στα μαύρα κατάστιχα των πνευματικώς ανεπαρκών ανθρώπων.

Ήταν η εποχή που θαυμάζονταν πραγματικά πανάξιοι ηθοποιοί (Κατίνα Παξινού, Ειρήνη Παππά, Αλέξης Μινωτής, Γιώργος Παππάς και ένα σωρό άλλοι), οι οποίοι όμως ανήκαν στο λεγόμενο σοβαρό θέατρο ή κινηματόγραφο, ενώ οι άλλοι ήταν του λεγομένου «ελαφρού» θεάτρου, άρα και ποιο λάϊτ, όπως θα λέγαμε σήμερα.

Αυτοί λοιπόν οι «λαϊτ» ηθοποιοί, ονομάζονταν και «εμπορικοί» διότι γέμιζαν τις αίθουσες. Οι ταινίες ή τα θεατρικά έργα χωρίζονταν σε κωμωδίες και δράματα. Και εδώ οι θιασώτες των δραματικών ταινιών ήταν πιο «κάπως» έναντι αυτών που «ψοφούσαν» για κωμωδίες και θεωρούνταν, σχεδόν, κατωτέρου πνευματικού επιπέδου.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Πόσο δύσκολο είναι να γράψεις ένα δράμα και πόσο «εύκολο» να σκαρώσεις μια κωμωδία.

Και πρώτα - πρώτα το δράμα: Λαμβάνομεν μία κόρη πεντάρφανη, που μη έχουσα πού την κεφαλήν κλίναι, φεύγει από το χωριό της και έρχεται στην πλανεύτρα Αθήνα, να βρει δουλειά για να ζήσει. Μετά από σύσταση του βουλευτού της (αυτοί πάντα υπάρχουν για να δίνουν λύσεις ως από μηχανής θεοί), μπαίνει σ’ ένα σπίτι υπηρέτρια (έτσι τις έλεγαν τότε, μετά έγιναν υπηρεσίες και τέλος οικιακές βοηθοί, τρομάρα μας), αλλά εκεί ο κύριος του σπιτιού αποδεικνύεται ολίγον μπαγάσας και παρασύρει την κόρη σε πράγματα ακατάλληλα δι’ ανηλίκους (ή όπως γράφουν στις ταινίες. Αυτό βέβαια δεν ισχύει αν είσαι γιός του κ. Χρυσοχοίδη, οπότε σε πάει ο μπαμπάς και την βλέπεις, διότι έτσι του γουστάρει…) με αποτέλεσμα να πάψει να είναι… κόρη. Φυσικά η κυρία του σπιτιού, διώχνει την τέως κόρη, αντί να διώξει τον μπερμπάντη άνδρα της, η οποία παίρνει τας οδούς και τα ρύμας την πόλεως και στέκεται σ’ ένα ζαχαροπλαστείο να φάει ένα μπακλαβά σοροπιαστό με μπόλικα καρύδια, να στυλωθεί κομμάτι. Μόλις έρχεται η ώρα να πληρώσει, διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει μία και μπήγει τα κλάματα. Την πλησιάζει ο μαγαζάτορας, καλός άνθρωπος, στον οποίο ανοίγει την καρδιά της και εκθέτει εν ολίγοις το πρόβλημά της. Εκείνος  την καθησυχάζει και της λέει ότι υπάρχει μία καλή κυρία, που βοηθάει τις απροστάτευτες κόρες (και να μην είναι κόρες δεν χάθηκε δα και ο κόσμος…)  και να πάει να την βρει. Πηγαίνει η κόρη, που δεν είναι κόρη, βρίσκει την καλή κυρία, που βέβαια ήταν μαστροπός Α’ Εθνικής με μάστερ, και τελικά καταλήγει σ΄ ένα  όμορφο διαμερισματάκι με όλα τα κομφόρ στην… Τρούμπα. Η ζωή της μπαίνει σ’ ένα ρυθμό και μιά μέρα φτάνει ένας ναυτικός, με το κασκέτο και τον σάκο του και την γνωρίζει. Ερωτεύονται, της συγχωρεί τα πάντα και παντρεύονται και το δάκρυ πέφτει ωσάν προπολεμικό τάλιρο στην πλατειά του κινηματογράφου.

Αυτή είναι μία εκδοχή δραματικής ταινίας, που κυκλοφορεί με πολλές βερσιόν (παραλλαγές πα να πει). Ότι οι γονείς της κόρης χάθηκαν στη μικρασιατική καταστροφή και τους ξαναβρίσκει πλούσιους και κονομημένους και κάνουν όλοι μαζί Χριστούγεννα ή ότι της τυχαίνει μία αναπάντεχη κληρονομιά και όλα αλλάζουν ή ότι την ερωτεύεται κάποιο πλούσιο παλικάρι που την τραβάει απ΄ τον βούρκο κ.λπ.

Ακόμη μία, είναι η εκδοχή της Μαρίας Πλυτά. Με το παιδάκι που ξεκινάει από λουστράκος, ή λαχειοπώλης, ή  εμποράκος και σιγά – σιγα, φτάνει να γίνει Ωνάσης. Εκείνο που δεν κατάλαβα ποτέ, είναι πώς εκείνο το «σιγά – σιγά», δεν μου έτυχε ποτέ εμένα. Τέλος πάντων.

Αυτές ήταν οι δραματικές ταινίες, από τις οποίες όμως ουδείς θυμάται έστω και μία φράση, αλλά εύκολα έκαναν  τον άνθρωπο να κλάψει.

Για να δούμε πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να τον κάνεις να γελάσει.

Για να γελάσει λοιπόν το χείλι των κινηματογραφόφιλων, έπρεπε οι λαμπροί κωμωδιογράφοι μας να επιστρατεύσουν το χιούμορ τους, που να στηρίζεται όμως στην καθημερινότητα. Και το επιστράτευσαν κατά τον καλύτερο τρόπο, αφού ακόμη παρακολουθούμε τις ταινίες τους και γελάμε, ενώ κλασικές «ατάκες» χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα στις κουβέντες μας.

Να θυμηθούμε μερικές:

«Πορτοκαλάδα από πορτοκάλια, από λεμόνια κ.λπ.», ο ασύλληπτος και χωρίς τέρμα διάλογος των Σταυρίδη-Γκιωνάκη, από τα «Κίτρινα Γάντια» του Αλ. Σακελλάριου (1960). Ακολουθεί και εκείνο το εξουθενωτικό «Κάθονται στα τραπέζια οι άνθρωποι;» του τρελο Μπρίλη (Γ. Γκιωνάκης), που στέλνει αδιάβαστο τον κ. Ορέστη (Ν. Σταυρίδης).

«Μπράβε ρε Μαρίνα. Βουλωμένο γράμμα διαβάζεις» του Κλέαρχου (Βασίλης Αυλωνίτης) και «Τελείωσες; Ρούφα τ’ αυγό σου» της Γ. Βασιλειάδου, από το «Ο Κλέαρχος η Μαρίνα και ο κοντός»  των Νίκου Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη (1961).

«Τι να σου πω κύριε σταθμάρχα μου, εκείνο που θαυμάζω σ’ εσένα είναι ο κόμβος σου», του Λαλάκη (Βασίλης Λογοθετίδης), από το «Ούτε γάτα ούτε ζημιά», των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου (1951)

«Δύο χιλιάδες δραχμές για τελεγκράμα; Τι θα τελεγραφήσεις ρε, τους Αθλίους του Βίκτορος Ουγκώ;» του κυρ Σταύρου, που ενσάρκωνε ο αμίμητος βαρύμαγκας Νίκος Φέρμας προς τον μπατίρη τον Ανρύ (Σωτήρης Μουστάκας) στο «Καλώς ήρθε το δολλάριο», επίσης των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου (1967)

«Σούζη τρως. Και τρως και ψεύδεσαι» της Πελαγίας (Ρένας Βλαχοπούλου) προς την  Σούζη (Ρένα  Πασχαλίδου) στην «Παριζιάνα», του Γιάννη Δαλιανίδη (1969). Με την ονομασία «Σούζη τρως», έχουν ανοίξει πολλά εστιατόρια με ένα εξ αυτών στο Λονδίνο.

«Ζήκο πρόσεχε διότι θα προβώ σε ωμότητες. Κι΄ εγώ σε τι θα προβώ σε ψημενότητες;». Ένας από τους  πολλούς σπαρταριστούς διαλόγους του αφεντικού κυρ Παντελή (Κώστας Δούκας) και του «υποδιευθυντού» Ζήκου (Κώστας Χατζηχρήστος) στο «Της κακομοίρας» του Ντίνου Κατσουρίδη (1963). Αλήθεια ποιός έξυπνος την μετονόμασε σε «Μπακαλόγατος»;

Όμως, ο κατάλογος των, ιστορικών θα έλεγα, φράσεων που μας έδωσαν οι μεγάλοι κωμωδιογράφοι μας, είναι ατελείωτος. Δυστυχώς δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τον σύγχρονο Ελληνικό κινηματόγραφο, ο οποίος μας δίνει ταινίες «μιας χρήσεως» όπως άλλωστε και τα τραγούδια που κυκλοφορούν  για 1-2 μέρες και μετά χάνονται στην ανυπαρξία, χωρία αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και οι, λιγοστές όμως, εξαιρέσεις.

Δυστυχώς εδώ που (μας) φτάσαμε, δεν μένει παρά να αναρωτηθούμε: Ωρέ πού πάμε ρε, πού πάμε, όπως ανέκραξε ο κύριος Ζάχος (Βασίλης Αυλωνίτης), όταν του «πασάρανε»  την Αριστέα (Γ. Βασιλειάδου) στην «Ωραία των Αθηνών», του Νίκου Τσιφόρου (1954).

Χρήστος Μπολώσης