«Το μουσείο των κλεμμένων αρχαιοτήτων»

Δικηγορικό γραφείο κατακεραυνώνει τους Βρετανούς για την παράνομη κράτηση των ελληνικών (και όχι μόνο) θησαυρών

Κλεμμένη πολιτιστική ιδιοκτησία και αρχαιότητες οι οποίες αποκτήθηκαν μέσω αρπαγής περιλαμβάνει στις εκθέσεις του το Βρετανικό Μουσείο, σύμφωνα με το κορυφαίο δικηγορικό γραφείο του Τζέφρι Ρόμπερτσον QC, που αγωνίζεται για την επιστροφή αρχαιολογικών θησαυρών στις χώρες από τις οποίες αφαιρέθηκαν. 

Ο Ρόμπερτσον καλεί τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά ιδρύματα και μουσεία να επιστρέψουν τα πολύτιμα αρχαιολογικά ευρήματα που, κατά το παρελθόν, εκλάπησαν από «κατακτητές ή αποικιακούς αφέντες» σε βάρος των λαών που βρίσκονταν υπό την εξουσία τους.

«Οι διαχειριστές του Βρετανικού Μουσείου έχουν μετατραπεί στους μεγαλύτερους αποδέκτες κλεμμένης ιδιοκτησίας παγκοσμίως και ένα μεγάλο μέρος των λάφυρων δεν εκτίθεται καν στο κοινό» σημειώνει, κάνοντας συγκεκριμένη αναφορά στα Γλυπτά του Παρθενώνα που απαιτεί η Ελλάδα, σε κλεμμένη πέτρινη κεφαλή από το Νησί του Πάσχα και στα περίφημα μπρούντζινα του Μπενίν, των οποίων την επιστροφή ζητά η Νιγηρία.

Όπως αναφέρει, το Βρετανικό Μουσείο διαδίδει μία σειρά από «προσεκτικά κατασκευασμένα ψέματα και μισές αλήθειες» για το πώς ο λόρδος Ελγιν δήθεν έσωσε Γλυπτά από τον Παρθενώνα ή πώς περιήλθαν αυτές οι αρχαιότητες στην ιδιοκτησία τους «νόμιμα».

Εκτός από το Βρετανικό Μουσείο, κατηγορεί το Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι και το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στη Νέα Υόρκη ως «εγκυκλοπαιδικά» μουσεία που κρατούν κλειδωμένους θησαυρούς άλλων λαών, οι οποίοι «κατακτήθηκαν με πόλεμο και δολιότητα». Επιπλέον, κατηγορεί τους υπευθύνους του μουσείου αλλά και την ίδια την κυβέρνηση για ανεπαρκείς απαντήσεις σε οποιοδήποτε αίτημα επαναπατρισμού αρχαιοτήτων από τις μόνιμες εκθέσεις του.

Ενώ το Βρετανικό Μουσείο απαντά πως «τα Γλυπτά του Παρθενώνα αποκτήθηκαν νόμιμα μετά την έγκριση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», ο κορυφαίος δικηγόρος επικαλείται τα ανθρώπινα δικαιώματα και ζητά από τα ευρωπαϊκά και τα αμερικανικά θεσμικά όργανα να επιστρέψουν θησαυρούς που αποκτήθηκαν από «κατακτητές ή αποικιοκράτες».