Ήταν κάποια Χριστούγεννα…

Οι γιορτινές εικόνες του σήμερα, είναι σε όλους γνωστές, ξεκινώντας από τα «εορταστικά» (ο Θεός να τα κάνει) προγράμματα της τηλεοράσεως και φθάνοντας στον χαμό που γίνεται – και είναι πραγματικά, ένας ωραίος χαμός – στην οδόν Ερμού.

του Χρήστου Μπολώση

Τα μεγάλα Χριστουγεννιάτικα δέντρα (όταν δεν καίγονται από διάφορους… οργισμένους και συλλογικότητες), οι ολοστόλιστες βιτρίνες, τα διάφορα χαρούμενα συμβάντα και εκπλήξεις (happening, τα λέμε τώρα), τα παγοδρόμια, τα μαγεμένα  δάση κ.λπ., δημιουργούν μια πραγματικά λαμπρή γιορταστική ατμόσφαιρα.

Όμως δεν ήταν πάντα έτσι.

Τα παλιότερα χρόνια, εκεί στην δεκαετία του ’50, όταν η Πατρίδα μας είχε επιβιώσει ενός Παγκοσμίου Πολέμου και στην συνέχεια μιάς εντελώς παράλογης ή μάλλον εγκληματικής, περιπέτειας, του Συμμοριτοπολέμου, προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της.

Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες φύσει αισιόδοξος και αγωνιστής λαός, με όσα μέσα διέθεταν τότε - και αυτά ήταν πολύ λίγα και πενιχρά - προσπαθούσαν να διασκεδάσουν και προπαντός να διατηρήσουν τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμά τους.

Η καρδιά της Χριστουγεννιάτικης Αθήνας χτυπούσε τότε στην οδόν Αιόλου. Εκεί στηνόταν το ατέλειωτο πανηγύρι, που άρχιζε περί τα μέσα Δεκεμβρίου και τελείωνε  μετά την Πρωτοχρονιά.

Στη μέση του δρόμου, στήνονταν αυτοσχέδιοι πάγκοι (όπως αυτοί σήμερα στις λαϊκές, αλλά στο πιο πρόχειρο), γεμάτοι με λογής – λογής παιχνίδια και για να ακριβολογούμε, φτηνοπαιχνίδια. Κάτι χάρτινες καραμούζες, που μετά από λίγη ώρα μούσκευαν από το σάλιο των «μουσικών» πιτσιρικάδων και άρχιζαν να διαλύονται, κάτι κούκλες με ανατριχιαστικά χαρακτηριστικά, που θύμιζαν το μωρό της Ροζ Μαρί και γενικώς παιχνίδια όχι με ημερομηνία, αλλά με ώρα λήξεως. Τα ακριβότερα και πιο ανθεκτικά από αυτά, ήταν τσίγκινα!...

Καμιά λοιπόν σχέση εκείνα τα παιχνίδια με τα σημερινά με τις εφιαλτικές μορφές, κάτι μεταξύ ρομπότ, τέρατος και εξωγήινου, με 4 ή 6 χέρια, που πυροβολούν από κάθε σημείο του σώματός τους, βγάζοντας ταυτόχρονα άναρθρους βρυχηθμούς και γρυλίσματα. Από κοντά κι οι δεινόσαυροι, οι δράκοι και οτιδήποτε άλλο μπορεί να τραυματίσει την παιδική ψυχούλα, σταλάζοντας μέσα της το μίσος και τη καταστροφή.

Και αυτά όσον αφορά τα αγόρια.

Γιατί με τα κοριτσάκια, πάμε στο άλλο άκρο, με κάποιες χαζοχαρούμενες κούκλες που φωνάζουν «πιπί», «κακά» και άλλα άκρως διαπαιδαγωγικά, αλλά και διάφορα δύσκαμπτα ζωάκια που σέρνουν άμαξες, κολοκύθες κ.λπ.

Δεν είμαι παιδαγωγός, αλλά δεν νομίζω ότι τέτοια παιχνίδια βοηθούν στην ομαλή (γιατί στην ανώμαλη σίγουρα βοηθούν) ανάπτυξη των παιδιών.

Τα παιχνίδια λοιπόν τότε ήσαν φτηνοπράγματα, αλλά, καίτοι η επιστήμη της παιδαγωγικής ήταν πολύ πίσω ακόμη, εν τούτοις, εκείνα ήταν «παιχνίδια» και όχι μηχανές που σπέρνουν τον όλεθρο. Πολλά από αυτά, ήσαν κουρδιζόμενα (πρόδρομοι των σημερινών τηλεκατευθυνόμενων), τα οποία τις περισσότερες φορές δεν προλάβαιναν να φθάσουν στο σπίτι και είχαν διαλυθεί.

Εκεί λοιπόν στην οδόν Αιόλου άρχιζαν και τελείωναν οι γιορτές για τους Αθηναίους.

Την  πρώτη εορταστική νότα, συναντούσε κανείς στην αρχή της Αιόλου, στα Χαυτεία (διασταύρωση Πανεπιστημίου και Αιόλου). Εκεί ο τροχονόμος, μέσα στο χαρακτηριστικό του βαρέλι, ρύθμιζε την, εύκολη τότε, κυκλοφορία, ενώ τις μέρες αυτές , όλες οι γνωστές φίρμες της εποχής, στοίβαζαν ολόγυρά του τα δώρα τους, για τον καινούργιο χρόνο, αναγνωρίζοντας έτσι και την μεγάλη πρόσφορα της Αστυνομίας, πράγμα λίγο δύσκολο σήμερα, που προτιμούν να δωρίζουν στους αστυνομικούς βόμβες μολότοφ.…

Σε όλο αυτό το σκηνικό, διάφορες μουσικές μπάντες, οι περισσότερες συγκροτηθείσες εκ των ενόντων και άρον-άρον, έπαιζαν ή καλύτερα «εκτελούσαν» τα κάλαντα.

Σε κάθε γωνιά διάφοροι «Αϊβασίληδες», ασορτί και αυτοί με το πνεύμα φτώχειας της εποχής. Με κάτι τριμμένες στολές και μπαλωμένα, δήθεν σκηνοθετημένα, αλλά στην ουσία βουτηγμένα μέσα στην ωμή πραγματικότητα, σακούλια με «δώρα», ενώ οι ψεύτικές γενειάδες τους - συνήθως από βαμβάκι - πιασμένες με λαστιχάκια πίσω από τα αυτιά τους, ανασηκώνονταν με το πρώτο ελαφρό φύσημα του αέρα, αποκαλύπτοντας το πρόσωπό τους και την αθώα απάτη. Πιο εκεί, ο συνέταιρος του «Αη Βασίλη»  φωτογράφος, έτοιμος να απαθανατίσει την πιτσιρικαρία με τον «Άγιο». Και οι δύο αυτοί, «Άγιος» και «Καλλιτέχνης φωτογράφος», κάθε άλλο παρά τέτοιοι ήσαν. Επρόκειτο για φουκαραδάκια που έκαναν δουλειές του ποδαριού για να τα ‘κονομήσουν, μέρες που ήτανε, βγαλμένοι λες από τις ιστορίες του αλησμόνητου Νίκου Τσιφόρου.

Δεν νομίζω να υπάρχει σήμερα άνδρας ή γυναίκα που να έχει περάσει στην… τρίτη σειρά εφεδρείας (ήγουν από τα δεύτερα  –ήντα και βάλε) και να μην έχει στο άλμπουμ του τέτοια φωτογραφία.

Μια πολύ ζωντανή εικόνα αυτής της γιορτινής ατμόσφαιρας, έστω και αν διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα, δίνει ο σκηνοθέτης Βασίλης Γεωργιάδης στην εμβληματική πλέον ταινία του «Τα Κόκκινα Φανάρια», παραγωγής 1963.

Ακόμα ένα χαρακτηριστικό της εποχής εκείνης, ήταν τα σπιτικά χριστουγεννιάτικα γλυκά, κουραμπιέδες και μελομακάρονα. Βέβαια τότε, τα σπίτια δεν είχαν ηλεκτρικές κουζίνες με φούρνους για να ψήνουν τα γλυκά. Την δουλειά αυτή, την έκανε ο φούρνος της γειτονιάς.

Κάποια Χριστούγεννα, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’50, με έστειλε η μακαρίτισσα η μάνα μου, να πάρω λαμαρίνες από τον φούρνο μας στο Περιστέρι (σήμερα, στην θέση του είναι ένα πολυκατάστημα, που σε προσκαλεί σε υπέροχο ταξίδι ομορφιάς…) να τις φέρω σπίτι να βάλει μέσα τα μελομακάρονα που είχε ήδη ετοιμάσει, να τις πάω πάλι στο φούρνο, γεμάτες αυτή τη φορά, να τα ψήσει ο φούρνος και τελικώς με κάποιο μέσο μεταφοράς, μαξιλαροθήκη (!) στην περίπτωση μου, να πάρω τα ψημένα πλέον γλυκά και να τα φέρω σπίτι, διότι οι λαμαρίνες έπρεπε να μείνουν στον φούρνο, αφού έκαναν ουρά άλλες νοικοκυρές για να τις πάρουν και να ακολουθήσουν την ίδια ακριβώς διαδικασία.

Πράγματι, όλα έγιναν σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο (για να θυμηθούμε την ΑΣΠ), αλλά και το Πρωτόκολλο του φούρναρη και πανευτυχής, έφερνα τα ψημένα μελομακάρονα στο σπίτι, ελπίζοντας και στο σχετικό τρατάρισμα. Βλέπετε τότε δεν είχε εμφανισθεί το ζάχαρο, έστω και «ηπίας  μορφής». Παραδίδω λοιπόν τον θησαυρό στην μητέρα μου και ετοιμάζομαι για μπάλα. Μέχρι να βάλω τα «ποδοσφαιρικά», δηλαδή κάτι παλιοπάπουτσα στα πρόθυρα της διαλύσεως, την ακούω οργισμένη να φωνάζει, χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς λέει. Νομίζοντας ότι η αιτία του θυμού της ήμουν εγώ, σπεύδω να δω τι θέλει. Οπότε την βλέπω εξαγριωμένη και κρατώντας την μαξιλαροθήκη με τα μελομακάρονα να προελαύνει, να διασχίζει την αυλή μας (είχαν αυλές τα σπίτια τότε…) και να εκτοξεύει μαξιλαροθήκη και περιεχόμενο στην απέναντι αλάνα, που σημειωτέον ήταν και η έδρα της ομάδος της γειτονιάς. Μετά από ώρες έμαθα ότι η αιτία του κακού ήταν ότι τα μελομακάρονα, ψήθηκαν μεν, αλλά πλάκα πήγαν στον φούρνο και πλάκα γύρισαν. Δηλαδή δεν φούσκωσαν  καθόλου. Και τότε, ήταν μεγάλη ντροπή για μια νοικοκυρά να παρουσιάσει γλυκά… Β΄ Εθνικής. Γι΄ αυτό η μητέρα μου από την ατίμωση, προτίμησε το θάνατο (…των μελομακάρονων…).

Ωραίες εικόνες; Δεν ξέρω. Πάντως, για εμάς ήταν ωραίες. Όπως ωραίες θα είναι για τα εγγόνια μας οι σημερινές. Και ας ακούνε αντί για τα κάλαντα το «Πέταγμα του αετού», από τους συμπαθέστατους περουβιανούς στην Ερμού.

Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένο το 2020!

ΥΓ: Και για όσους τυχόν ενδιαφέρονται, θα τα ξαναπούμε στις 13 Ιανουαρίου. Και πάλι χρόνια πολλά.