Ευγένιος Τριβιζάς: Τα έργα του, οι παραβάτες πρωταγωνιστές και αναγνώστες τους, η φιλανθρωπία, ένας ένδοξος πίθηκος και ένα μικρό παραμύθι

«Τι έχει τ' όνομα; Αυτό που λέμε ρόδο, όπως κι αν το πεις, το ίδιο θα μοσχοβολάει»: Ζητώ συγγνώμη από τον Σαίξπηρ και την Ιουλιέτα του, αλλά, μερικές φορές, τα ονόματα είναι αυτά ακριβώς που πρέπει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Τριβιζάς, που -σίγουρα- είναι αποκλειστικά Ευγένιος.

 

 

Ο Ευγένιος και η ουρά του άγνωστου ζώου

 

Δεν είναι μυστικό πως τα παιδιά είναι πολύ χρήσιμα στους γονείς τους, όταν εκείνοι πρέπει να περιμένουν σε κάποια σειρά. Η χορογραφία είναι σταθερή και τυποποιημένη. Στην αρχή, με το παιδί του στην αγκαλιά ή κρατώντας το γλυκά από το χέρι, ο πατέρας του ή η μητέρα του κοιτάζει με ένα βλέμμα απογοήτευσης τον κόσμο που περιμένει μαζί τους στην τράπεζα, στο σούπερ μάρκετ, στο πάλαι ποτέ ΙΚΑ. Ακολουθεί ένα ερευνητικό βλέμμα σε όποιους προηγούνται στη σειρά. Το επόμενο βήμα, το μεγάλο όπλο, ξεκινά ως βλέμμα συμπόνοιας προς το παιδί του, που ταλαιπωρείται επειδή εκείνος πρέπει να κάνει τη δουλειά του, και ολοκληρώνεται ως εμμέσως, ελαχίστως, αδιοράτως παρακλητικό βήμα προς όποιον βρίσκεται πιο μπροστά στη σειρά. Όποιοι έχουν ασκηθεί με επιμονή σε αυτή την τεχνική ανταμείβονται με τη μαγική φράση «περάστε με το παιδί, κρίμα», ή κάποια ευεργετική παραλλαγή της. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, το κόλπο δεν πιάνει. Όταν, για παράδειγμα, όλοι ή σχεδόν όλοι έχουν μαζί τους παιδιά, όπως συνέβη στο μουσείο Γουναρόπουλου, την προηγούμενη φορά που συνάντησα τον Ευγένιο Τριβιζά, ο οποίος εγκαινίαζε εκεί την έκθεση «Από τη Φρουτοπία στο νησί των πυροτεχνημάτων», που συνεχίζεται ακόμη.

 

 

Η ουρά ήταν τόσο μεγάλη που, αν ο παραμυθάς Τριβιζάς την έβλεπε απ' έξω, ολόκληρη, σίγουρα θα μπορούσε να φανταστεί ένα μεγάλο, καλόκαρδο παραμυθένιο ζώο από το οποίο θα ξεκινούσε. Ο εγκληματολόγος Τριβιζάς, όμως, εκείνος που συνεργάστηκε με τη Scotland Yard και τη Metro Police του Λονδίνου για τη διαχείριση των όχλων (ανάμεσα σε άλλα), δεν θα είχε να την κάνει κάτι. Ο κόσμος ήταν αποφασισμένος, ευτυχής και ήρεμος. Κανείς γονιός δεν έδειξε με το βλέμμα το παιδί του σε κάποιον άλλον για να διεκδικήσει προτεραιότητα, κανείς δεν πρόβαλλε δικαιολογίες για φροντιστήρια, γυμναστήρια, μελέτες και άλλα. Ακόμα και εμένα, άτεκνο παρείσακτο, με άφησαν να κρατήσω τη σειρά μου -και ας την παραχώρησα, από ντροπή, σε όλους.

 

Είμαι βέβαιος πως βασικός λόγος για αυτή την αναστολή της χορογραφίας της ουράς ήταν ότι οι ενήλικες επισκέπτες δεν αισθάνονταν ότι είχαν πάει τα παιδιά τους σε κάποια ακόμη παιδική ασχολία, όπου οι γονείς περιμένουν τα παιδιά τους απ' έξω, με ένα τσιγάρο κρυμμένο μέσα στην παλάμη για να μην γίνουν το κακό πρότυπο. Όχι. Στο μουσείο του Γουναρόπουλου, οι γονείς ήταν ήρεμοι επειδή ήταν υπερήφανοι πως εκείνο το βράδυ ήταν το καλό πρότυπο των παιδιών τους, εκείνοι που όχι μόνο τους είχαν διδάξει τον Τριβιζά και τα παραμύθια του, αλλά που τον ήξεραν επειδή και οι ίδιοι διάβαζαν τα παραμύθια του όταν ήταν παιδιά, και δεν τον είχαν μάθει από το άγχος τους να είναι καλοί γονείς. Τα βλέμματά τους έλεγαν ό,τι και οι διηγήσεις τους στον αγαπημένο τους συγγραφέα: Ότι μεγάλωσαν, έγιναν έφηβοι, ενήλικοι και του έφερναν πια τα δικά τους παιδιά. Για εκείνους, η παρουσία τους εκεί ήταν διπλή επιβεβαίωση. Από τον Τριβιζά, πως είχαν μεγαλώσει καλά μαζί του. Και από τα παιδιά τους, πως εκείνον που και τα ίδια θαυμάζουν, αυτοί τον ήξεραν από όταν ήταν στην ηλικία τους.

 

Ο ίδιος συνειδητά φτιάχνει αυτό το κοινό του όταν γράφει: «Δεν φαντάζομαι έναν αναγνώστη, αλλά δύο. Ένα παιδί και έναν ενήλικα. Και αυτό, επειδή προσπαθώ να δημιουργώ έργα διηλικιακά, έργα που να τα απολαμβάνουν εξίσου τόσο τα παιδιά όσο και οι γονείς που τους τα διαβάζουν. Ακόμα και ο ίδιος μικρός αναγνώστης μεγαλώνοντας να ανακαλύπτει νέες πτυχές και νέους τρόπους πρόσληψης κάθε φορά που ανοίγει το βιβλίο. Μια κυρία στα εγκαίνια της έκθεσης έργων εμπνευσμένων από βιβλία μου στο μουσείο Γουναρόπουλου με πλησίασε και μου είπε "Σας ευχαριστούμε που ως γονείς δεν πλήξαμε διαβάζοντας βιβλία στα παιδιά μας". Ήταν μια δικαίωση».

 

Και ο Τριβιζάς, πάντα τόσο Ευγένιος, καθόταν σε έναν μικρό λευκό καναπέ και τους περίμενε όλους έναν-έναν. Είχε, όμως, ένα πρόβλημα στα χέρια και δεν μπορούσε να υποδεχθεί τους θαυμαστές του όπως θα ήθελε. Κάθε τόσο, κοίταζε γύρω του για να πιάσει το βλέμμα της συνεργάτιδάς του, της Μαρίας Κουτσιούμπα, ή κάποιου άλλου, για να ζητήσει βοήθεια, σχεδόν έντρομος πως δεν είναι έντιμος απέναντι στους μικρούς και τους πιο μεγάλους φίλους του. Κάποια στιγμή τα κατάφερε και στα χέρια του βρέθηκαν δύο κουτιά μαρκαδόροι, που τον απάλλαξαν από την τραγική χρωματική μονοτονία του στυλό, με το οποίο υπέγραφε τις αφίσες και τα βιβλία που του έφερναν. Βεβαίως, ο Τριβιζάς δεν δίνει αυτόγραφα. Φτιάχνει μικρές ζωγραφιές, ένα περιστέρι που κάτι κρατάει στο στόμα του, ένα αστέρι, ένα κλαδί ελιάς ή την καλύτερη απόδοση των παραγγελιών που δέχεται από όλα τα παιδιά. Βλέπετε, δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε μικρά και μεγάλα παιδιά, ούτε ανάμεσα σε καλά και κακά παιδιά, όπως ο Αη-Βασίλης. «Πρέπει», μου τονίζει,  «να προσέχουμε με ποιον τρόπο επικαλούμαστε τις έννοιες του καλού και του κακού. Δεν υπάρχουν καλά και κακά παιδιά. Υπάρχουν μόνο καλές και κακές πράξεις. Αν δεν το ενστερνιστούμε αυτό, οδηγούμαστε σε μια εσφαλμένη διάκριση όχι μεταξύ καλού και κακού αλλά μεταξύ καλών και κακών ατόμων ή ακόμα και ομάδων. Και αυτό επειδή η αυτογνωσία είναι το αποτέλεσμα  κοινωνικής διεργασίας. Ο τρόπος με τον οποίο ορίζουμε τους εαυτούς μας και βάσει του οποίου ενεργούμε, εξαρτάται από τον τρόπο που άλλοι στο περιβάλλον μας μάς ορίζουν, μας φέρονται και μάς αντιμετωπίζουν. Όταν μας θεωρούν κακούς, ανόητους, τεμπέληδες κλπ και μας φέρονται ανάλογα, αργά ή γρήγορα αρχίζουμε να  προσλαμβάνουμε και εμείς με τον ίδιο τρόπο τους εαυτούς μας.  Όταν  το παιδί μας κάνει κάτι μεμπτό, πρέπει να αποφεύγουμε να του λέμε "είσαι βλάκας", "είσαι άταχτος" ή "είσαι κακός", αλλά "έκανες μια βλακεία" ή "μια αταξία", "αυτό που έκανες δεν ήταν σωστό". Να επικεντρώνουμε δηλαδή την απαξίωση στην πράξη, να μην αποδίδουμε χαρακτηρισμούς».

 

 

Μεγάλα εγκλήματα και μικρά, ενίοτε μυξιάρικα

 

Χωρίς να γίνεται δασκαλίστικη, η γνώμη του δεν είναι μόνο η γνώμη της ρομαντικής φιγούρας ενός παραμυθά, αλλά και ενός νομικού με σπουδαίο ακαδημαϊκό υπόβαθρο, ενός δεινού και πρωτοποριακού ερευνητή που διδάσκει εγκληματολογία στο πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ. «Το θέμα που με απασχολεί, τόσο ως εγκληματολόγο όσο και ως συγγραφέα, δεν είναι τόσο η σύγκρουση "καλού" και "κακού" όσο το "ποιος" και "γιατί" ορίζει τι είναι "καλό" και τι είναι "κακό". Κάτι που θεωρείται "καλό" ή "κακό" σε ορισμένη ιστορική στιγμή ή σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα μπορεί να μην έχει την ίδια χροιά σε άλλη ιστορική στιγμή ή σε διαφορετική κοινωνική ομάδα. Είναι εν πολλοίς θέμα ορισμών και δύναμης επιβολής τους. Δεν έχει τόσο σημασία δηλαδή η πράξη όσο η ερμηνεία της και η δύναμη επιβολής αυτής της ερμηνείας. Ο Peter William Sutcliffe για παράδειγμα, ο οποίος δολοφόνησε δεκατρείς γυναίκες, ισχυρίστηκε στη δίκη του ότι το έπραξε επειδή μια μέρα, ενώ δούλευε ως νεκροθάπτης, άκουσε τη φωνή του Θεού να του αναθέτει την αποστολή να απαλλάξει τη χώρα από τις πόρνες. Την ίδια εποχή, ο Αγιατολάχ Χομεϊνί εκτελούσε δημόσια στις πλατείες της Τεχεράνης πόρνες, υπακούοντας στα κελεύσματα της δικής του θρησκευτικής συνείδησης.  Ο πρώτος αντιμετωπίστηκε από την κοινωνική ομάδα ως ειδεχθής παρανοϊκός δολοφόνος και ο δεύτερος ως ένας σεβάσμιος άγιος».

 

Στα λόγια του εξηνταοχτάχρονου παραμυθά, οι δεκαετίες μιας επιστημονικής ενασχόλησης αρκούνται να καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση,  ή και κάποια από τις επόμενες. Σχεδόν 14 χρόνια σπουδών στη νομική, στο συγκριτικό ποινικό δίκαιο, το ναυτικό δίκαιο και την εγκληματολογία, και άλλα 35 χρόνια διδασκαλίας τους συνιστούν ένα συμπαγές πλαίσιο συμπεριφορικής αξιολόγησης. Εκείνος, όμως, από τη μια μεριά διδάσκει δικαστές και από την άλλη μαγεύει τους πρώτους καθ' έξιν παραβάτες, τα παιδιά. Μήπως αυτός είναι ο συνεκτικός κρίκος; Μήπως η παραβατικότητα είναι που γοητεύει τον τόσο Ευγένιο κατά τα άλλα Τριβιζά; «Η παραβατικότητα έχει δύο πλευρές, μια θετική και μια αρνητική. Η καινοτομία συνδέεται άμεσα με την παραβατικότητα. Κάθε καινοτόμο βήμα -από την αφηρημένη ζωγραφική στην κβαντική φυσική- συνιστά κατά κάποιο τρόπο παράβαση κάποιας ισχύουσας επιστημονικής, αισθητικής, ηθικής ή κοινωνικής ορθοδοξίας. Ας μην ξεχνάμε ότι πρωτοπόροι όπως ο Σωκράτης, ο Ιησούς ή ο Γαλιλαίος είχαν τύχει μεταχείρισης εγκληματιών.  Με άλλα λόγια η παραβατικότητα μπορεί να πάρει καλό ή κακό δρόμο. Αν την καταπνίξουμε εντελώς, καταδικαζόμαστε σε μία στατική κοινωνία. Το να έχουμε ακλόνητες πεποιθήσεις σχετικά με το τι συνιστά καλή ζωγραφική, ορθή θεωρία στη φυσική ή δίκαιους κανόνες στη νομική οδηγεί σε αποτελμάτωση. Αν θέλουμε να δημιουργήσουμε κάτι το νέο,  πρέπει να δεκτούμε το ρίσκο παράβασης κάποιων κανόνων. Το ζητούμενο είναι πώς θα ενθαρρύνουμε τη δημιουργική και πώς θα αποτρέψουμε την τοξική παραβατικότητα. Οι αξίες, τα πρότυπα των πρώτων μας αναγνωσμάτων παίζουν καθοριστικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση».

 

 

Πώς καταφέρνει να γράφει παραμύθια που συγκινούν τους λιλιπούτειους ιεραπόστολους της ζαβολιάς, χωρίς να του οδηγεί το χέρι στο πληκτρολόγιο ο άλλος του εαυτός, που εκπαιδεύτηκε στο νόμο; «Το χαρακτηριστικό του καλού επιστήμονα είναι ότι προσπαθεί πρώτα να κατανοεί και μετά κρίνει, εγκρίνει ή κατακρίνει. Το αντίθετο δεν του επιτρέπει να κατανοήσει και να ερμηνεύσει σωστά θέσεις, προθέσεις και συμπεριφορές. Αυτός είναι ο κανόνας που ακολουθώ τόσο στην επιστημονική όσο και την προσωπική σφαίρα», λέει. 

 

Η συνείδηση αυτής της διάχυτης στον κόσμο υποκειμενικότητας, που πολλοί επιλέγουν να αντιμετωπίζουν με το σχετικισμό, θα μπορούσε να είναι ο λόγος που ο Τριβιζάς έχει στο παρελθόν δηλώσει «δεν γράφω παραμύθια για να περάσω μηνύματα ή μια άποψη». Σίγουρα, πολλοί από τους γονείς που βρίσκουν κάποια εκφραστική ασφάλεια στην ηθοπλαστική δύναμη των παραμυθιών, ειδικά του Τριβιζά, θα αισθάνονται κάποιο ρίγος μπροστά στη σκέψη πως τις ώρες ανάμεσα στο απρόθυμο βραδινό βούρτσισμα των παιδικών δοντιών και στο γνωστό «και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα» δεν μεταφέρουν στα παιδιά τους κάποιο μήνυμα. Δεν έχουν άποψη τα παραμύθια; Δεν έχουν κάποια ηθική ή αξιακή βάση; Αν μιλάμε για βαθύτερα νοήματα, μήπως η Φρουτοπία είναι ουτοπία; «Μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας για παιδιά πάσχει από το σύνδρομο του διδακτισμού και της ηθικολογίας. Προσπαθώ», μου διευκρινίζει ο Τριβιζάς, «να γράφω έργα που πρωταρχικά διασκεδάζουν το παιδί, καλλιεργούν τη φαντασία του και διευρύνουν τους δημιουργικούς του ορίζοντες. Έμμεσα μόνο του μεταδίδουν αξίες, αφού πρώτα το κερδίσουν, εκπλήσσοντας και συναρπάζοντας το».

 

Αν, όμως, μιλάμε για εκπλήξεις, μία από τις πιο μεγάλες και συναρπαστικές είναι σίγουρα η πρώτη φορά που ένας θαυμαστής του παραμυθά Τριβιζά μαθαίνει για τον εγκληματολόγο Τριβιζά. «Για τα παιδιά», λέει ο ίδιος, «είμαι ο εξερευνητής που ζει στο Νησί των Πυροτεχνημάτων. Όταν με ρωτάνε, τους εξηγώ ότι ο εγκληματολόγος είναι ο δίδυμος αδελφός μου». Στη σκέψη ενός παιδιού, η πραγματικότητα φαντάζομαι πως θα φαινόταν σαν ο Αϊ-Βασίλης να έκανε παράλληλη καριέρα, ως ερευνητής όσων λαθραία εμπορεύονται τα κέρατα των ταράνδων του. Η αλήθεια, όμως, δεν είναι τόσο διχασμένη, όπως φαίνεται και από τα λόγια του ειδικού: «Τόσο ο εγκληματολόγος όσο και ο συγγραφέας παραμυθιών παρατηρεί αυτό που για πολλούς περνάει απαρατήρητο. Και για τους δύο το φαινομενικά ασήμαντο μπορεί να έχει καθοριστική σημασία. Ένα καλαμάκι πορτοκαλάδας, ένα ξυλάκι παγωτού, ένα κουκούτσι κερασιού, ένα χρυσόχαρτο από σοκολατάκι, ένα καμένο σπίρτο ή μια βελούδινη κορδέλα μπορεί να κρύβουν τόσο τη λύση ενός εγκλήματος όσο και ένα υπέροχο παραμύθι. Πολλά από τα βιβλία μου πραγματεύονται με χιουμοριστικό και φανταστικό τρόπο θέματα που άπτονται της εγκληματολογίας, όπως η ενοχή και τιμωρία, η δικαιοσύνη και η αδικία, οι κανόνες και η παράβασή τους, όπως για παράδειγμα οι εξωφρενικοί τρόποι εκτέλεσης καταδίκων στο "Τηγάνι του δήμιου" (εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗ) ή η απροσδόκητη συνάντηση ενός διαρρήκτη και ενός φιλάργυρου μέσα σε ένα χρηματοκιβώτιο στις "Χελώνες του Βαρώνου" (εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗ)».

 

Στη σύγχρονη καθημερινότητα, η φιλαργυρία ίσως δεν φαίνεται πολύ κακή. Κάτι ο άργυρος και τα αργύρια που σπάνισαν και δεν τα βρίσκεις να τα πιάσεις φίλους, κάτι που η έλλειψή τους αυτή καταξιώνει όσους πριν δεν τα περιφρονούσαν, ο φιλάργυρος έχει επαναδιαπραγματευτεί τη θέση του στον κατάλογο των κακών προτύπων. Βεβαίως, η πραγματικότητα διαθέτει άλλα σκληρά στοιχεία και χαρακτηριστικά -και ο Τριβιζάς υποστηρίζει πως μπορούν όλα να βρουν θέση ακόμη και στα παραμύθια, αφού «για όλα τα θέματα της πραγματικότητας, όσο επώδυνα και αν είναι, μπορεί αν βρει κανείς τον τρόπο να μιλήσει μέσα από ένα παραμύθι με αλληγορικό και συμβολικό τρόπο, χρησιμοποιώντας τα σύνεργα του χιούμορ και της φαντασίας που απαλύνουν και ισορροπούν το τραγικό στοιχείο, διευκολύνοντας έτσι την προσέγγισή τους. Για παράδειγμα το θέμα της καταστροφής του περιβάλλοντος το πραγματεύομαι στους "Ιππότες της τηγανητής πατάτας" (εκδόσεις Καστανιώτης), της προσφυγιάς στα "Γουρουνάκια Κουμπαράδες" (εκδόσεις Καστανιώτης), του πολιτικού ολοκληρωτισμού στα "Μαγικά μαξιλάρια" (εκδόσεις Πατάκης), της κλιμάκωσης των εξοπλισμών στα "Τρία μικρά λυκάκια" (εκδόσεις Μίνωας), των παιδιών με ειδικές ανάγκες στο "Παραπονεμένο ελεφαντάκι" (εκδόσεις Κέδρος), του ρατσισμού και της γενοκτονίας στην "Τελευταία μαύρη γάτα" (εκδόσεις Μεταίχμιο)». Όσο για το πιο εγκληματικό στοιχείο της σύγχρονης καθημερινότητας; «Η κλοπή των ονείρων. Όπως σε ένα μυθιστόρημά μου, "Τα μαγικά μαξιλάρια" (εκδόσεις Πατάκης). Στο μυθιστόρημα αυτό, ο Αρπατίλαος ο πρώτος, ένας άπληστος άρχοντας, καταργεί τα πάρτι γενεθλίων, τις Απόκριες, τις γιορτές και τις Κυριακές που μετονομάζονται σε Προδευτέρες και δεν διαφέρουν στο παραμικρό από τις κανονικές Δευτέρες, και στερεί από τους υπηκόους του τα όνειρά τους, αναγκάζοντάς τους να κοιμούνται σε εφιαλτικά μαξιλάρια».

 

 

Στη χώρα του ποτέ και λίγο πιο κει, στην Αφρική

 

Με κάποια μαξιλάρια, κατά έναν τρόπο, ξεκίνησε και αυτή η συζήτηση με τον Ευγένιο Τριβιζά. Ήταν τις ημέρες μετά την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2012, τότε που η Βασίλισσα Ελισάβετ Β' έγινε το πιο απρόσμενο Bond Girl, όπως την χαρακτήρισαν. Σχετικά νωρίς στην τελετή έναρξης, τη σκηνή καταλάμβαναν κάποια παιδιά που νοσηλεύονταν στο Great Ormond Street Hospital του Λονδίνου, πάνω σε μεγάλα κρεβάτια. Μαζί τους βρίσκονταν μέλη του προσωπικού του νοσοκομείου, καθώς ασφαλώς και πολλοί περισσότεροι επαγγελματίες χορευτές και ηθοποιοί, με παρόμοια εμφάνιση. Κατά τη σκηνοθεσία, τα παιδιά ξάπλωναν στα κρεβάτια τους, με τις νοσοκόμες τους δίπλα τους. Οι κουβέρτες και τα μαξιλάρια τους φωτίζονταν με νέον φωτισμό και τα ηχεία έπαιζαν μουσικές του Μάικ Όλντφιλντ, που παρέσυρε ασθενείς και νοσηλευτές σε χορό, καθώς φιγούρες από το παραμύθι του Πίτερ Παν, ανάμεσα σε άλλες, παρουσιάζονταν στο στάδιο.

 

 

Χωρίς άλλη πληροφορία, η σκηνή ήταν μόνο αμυδρά συγκινητική και κάποιες στιγμές παράξενη. Παρουσιάστηκε σαν τιμή στο σύστημα υγείας της Βρετανίας, αλλά, αν είμαστε ειλικρινείς, καμία χώρα δεν έχει τόσο καλό σύστημα δημόσιας υγείας που να το γιορτάζει με χορούς στα στάδια. Το νόημα βρισκόταν αλλού. Το βρήκα σε ένα άρθρο του Ευγένιου Τριβιζά σε ελληνική εφημερίδα και του ζήτησα να το αφηγηθεί ξανά. Μου έκανε τη χάρη, γιατί, όπως είπαμε, είναι Ευγένιος.

 

Λοιπόν, «ο συγγραφέας του Πίτερ Παν, ο Τζέιμς Μάθιου Μπάρι, αγαπούσε τα παιδιά και είχε κληροδοτήσει τα συγγραφικά δικαιώματα του βιβλίου στο παιδικό νοσοκομείο της Great Ormond Street. Επί πενήντα χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα, λόγω της παγκόσμιας επιτυχίας του βιβλίου και των τηλεοπτικών και κινηματογραφικών μεταφορών του, οι εισπράξεις από τα πνευματικά δικαιώματα αποτελούσαν σημαντική πηγή ενίσχυσης του θεραπευτικού και ερευνητικού έργου του νοσοκομείου. Το 1987 όμως η περίοδος προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία επρόκειται να λήξει και το νοσοκομείο κινδύνευε να χάσει τη ζωτική αυτή πηγή εσόδων. Τότε κόντρα σε διάφορα συμφέροντα (όπως της Disney) το  βρετανικό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο σύμφωνα με τον οποίο η διάρκεια των πνευματικών δικαιωμάτων του Peter Pan θα συνεχιζόταν στο διηνεκές. Έτσι ο Peter Pan, το αιώνιο παιδί εξακολουθεί να προσφέρει ακόμα και σήμερα δώρα ανεκτίμητα στο ιστορικό νοσοκομείο».

 

Καιρό μετά από εκείνο του το άρθρο, συνάντησα τον συγγραφέα της Φρουτοπίας στην παράσταση «Δεν μ' αγαπάς. Μ' αγαπάς», το θεατρικό ανέβασμα του ομότιτλου βιβλίου της παιδικής του φίλης Φωτεινής Τσαλίκογλου, με θέμα τη σχέση της Μαργαρίας Λυμπεράκη με την κόρη της, Μαργαρίτα Καραπάνου. Το βιβλίο είχε βασιστεί στα γράμματα της Λυμπεράκη προς την κόρη της, που δεν έμοιαζαν και πολύ με παραμύθι. Ο Τριβιζάς, όμως, είχε διάθεση να μιλήσει για τα παραμύθια και εγώ είχα την σπάνια ευκαιρία να τον ακούσω. Ξεκινήσαμε μια κουβέντα που τώρα, κάποιο καιρό μετά, πιάσαμε ξανά και είδα πως δεν αστειευόταν και δεν αστειεύεται. «Η σκέψη μου», μου επανέλαβε, «είναι ότι στους δύσκολους καιρούς που περνάμε θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε την ίδια ιδέα και σε περίπτωση παρόμοιων κληροδοτημάτων. Όταν εκπνέει η περίοδος προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, τα ποσοστά των συγγραφικών δικαιωμάτων να αφιερώνονται σε παιδικά νοσοκομεία, ιδρύματα ή παρόμοιους σκοπούς, κάτι που και τον κρατικό προϋπολογισμό δεν θα επιβαρύνει και ανεκτίμητη βοήθεια θα προσφέρει».

 

Με την ίδια διάθεση προσφοράς, ο Ευγένιος Τριβιζάς ξεκίνησε μια δημιουργική εκστρατεία αποκατάστασης της υγιούς εικόνας της Αφρικής στο δυτικό κόσμο, μια εκστρατεία που προσφάτως πήρε τη μορφή ενός βιβλίου, ενός ακόμη παραμυθιού, με τον τίτλο «Glorious George». Αν κάτι σας θυμίζει ο τίτλος, καλώς σας το θυμίζει. Μοιάζει με εκείνο του κλασικού βιβλίου με τον τίτλο «Curious George», στο οποίο ένας εξερευνητής με κίτρινο καπέλο πιάνει ένα πιθηκάκι στην Αφρική και το μεταφέρει στην Αμερική. Εκεί το πιθηκάκι προκαλεί διάφορες κωμικές καταστροφές, ώσπου καταλήγει σ' έναν ζωολογικό κήπο. Όμως η ιστορία του Τριβιζά με τον George που ήταν «Curious» και έγινε «Glorious» δεν ξεκινά στην Αφρική, ούτε στην Αμερική. Ξεκινά στη Διεθνή Βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης, όταν ο συγγραφέας μας συναντά τον Γιόχανες Γκεμπρεγκεόργκις, έναν Αιθίοπα βιβλιοθηκάριο και ακτιβιστή.

 

Ο Γιόχανες Γκεμπρεγκεόργκις, ο οποίος βραβεύτηκε ως ένας από τους ήρωες στην ομώνυμη εκπομπή του CNN, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αιθιοπία. Οι γονείς του δεν ήξεραν να διαβάζουν, ήξεραν όμως ότι ο γιος τους έπρεπε να μάθει. Και το κατάφεραν. Το 1982, στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου βρέθηκε αιτούμενος πολιτικό άσυλο μετά από τους αγώνες του εναντίον της δικτατορίας στην πατρίδα του, ο Γκεμπρεγκεόργκις σπούδασε, απέκτησε το μεταπτυχιακό του στη βιβλιοθηκονομία και ξεκίνησε να εργάζεται ως ο βιβλιοθηκάριος της παιδικής λογοτεχνίας στη δημόσια βιβλιοθήκη του Σαν Φρανσίσκο. Εκεί παρατήρησε πως δεν υπήρχαν βιβλία γραμμένα στη γλώσσα της πατρίδας του, τα Αμχαρικά, και ξεκίνησε να καλύψει το κενό. Το 1998 ξεκίνησε το πρόγραμμα για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού στην Αιθιοπία. Και το 2002, ο εκδότης, πλέον, Γκεμπρεγκεόργκις παράτησε τη δουλειά του για να μετακομίσει στην Αιθιοπία και να ανοίξει στην Αντίς Αμπέμπα την πρώτη παιδική βιβλιοθήκη, την οποία γέμισε με 15.000 βιβλία. Πριν παραιτηθεί, όμως, είχε δει ένα βιβλίο με τον τίτλο «Τα τρία μικρά λυκάκια», που ο Ευγένιος Τριβιζάς έγραψε ανατρέποντας τον μύθο του κακού λύκου και των τριών γουρουνιών, και κερδίζοντας στην πορεία πολλά βραβεία στην Αμερική, όπου το βιβλίο έφτασε στη δεύτερη θέση της New York Times Best Seller List για εικονογραφημένα βιβλία.

 

 

Στη Διεθνή Βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης, λοιπόν, όπου ήταν καλεσμένος ο Τριβιζάς, η συνάντησή τους ήταν καθοριστική. Ο Τριβιζάς διηγείται πως ο Γκεμπρεγκεόργκις, «σε μια ομιλία ανέφερε ότι ως μέλος μιας βιβλιοκριτικής επιτροπής στην Αμερική είχε έρθει σε σύγκρουση με άλλα μέλη σχετικά με μια νέα έκδοση του Curious George. Ο Γιόχανες, όπως και άλλοι Αφρικανοί διανοούμενοι, πιστεύει ότι το έργο αυτό - να παίρνεις ένα πλάσμα από το φυσικό του περιβάλλον, να το μεταφέρεις σε ένα περιβάλλον που δεν ταιριάζει ούτε στη φύση ούτε στα ένστικτά του, να το γελοιοποιείς επειδή δεν ξέρει να φέρεται πολιτισμένα και τελικά να το φυλακίζεις σ' έναν ζωολογικό κήπο- είναι ρατσιστικό, ευρωποκεντρικό και προσβλητικό για τους λαούς της αφρικανικής ηπείρου. Σε μια συνάντησή μας με ρώτησε αν είμαι ο συγγραφέας του βιβλίου "Τα τρία μικρά λυκάκια" που γνώριζε ως βιβλιοθηκάριος στο Σαν Φρανσίσκο. Με ρώτησε αν θα δεχόμουν να γράψω μια ανατροπή του Curious George στην οποία ο θετικός ήρωας θα είναι το πιθηκάκι, ενώ θα γελοιοποιείται ο εξερευνητής με το κίτρινο καπέλο. Συμφώνησα και έγραψα το βιβλίο που μου ζήτησε με τίτλο Glorious George. Yποσχέθηκα μάλιστα σαν μια συμβολική χειρονομία το βιβλίο αυτό να κυκλοφορήσει πρώτα στα Αμχαρικά, την αρχαία σημιτική γλώσσα του λαού των Αμχάρα, όπως και έγινε. Η ελληνική έκδοση θα κυκλοφορήσει σύντομα από τον εκδοτικό οίκο "Ίκαρος" με τον τίτλο "Όπου φύγει φύγει"».

 

 

Η φιλική φαντασία του Ευγένιου Τριβιζά

 

Επειδή, όπως και με τον Γκεμπρεγκεόργκις, ο Τριβιζάς έχει γίνει τόσο γνωστός και αγαπητός μέσα από το έργο του, τον ρώτησα πώς θα συστηνόταν σε κάποιον, αν δεν τον γνώριζε κανείς. Πώς θα τον έκανε φίλο; «Η φιλία», μου είπε, «δεν είναι το αποτέλεσμα συστάσεων, αλλά ο καρπός εμπειριών». Οι πλατιές ρίζες της φιλίας του με τον Γκεμπρεγκεόργκις, που απλώνονται σε τρεις ηπείρους, έβγαλαν τον καρπό των εμπειριών τους και στο πρόσφατο TedXAthens, που οργανώθηκε πριν περίπου δύο μήνες στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Εκεί, ο Τριβιζάς και ο καλεσμένος του-έκπληξη Γκεμπρεγκεόργκις παρουσίασαν τα σχέδιά τους στο κοινό, που σίγουρα αντιλήφθηκε τι εννοεί ο Τριβιζάς όταν λέει πως η ζωή ενός παραμυθά είναι τόσο παραμυθένια, όσο του επιτρέπει η φαντασία του.

 

Γιατί τι άλλο, εκτός από τη φαντασία τους, θα μπορούσε να ενώσει στην Σουηδία έναν άνθρωπο από την Αιθιοπία, που ζει στην Αμερική, και έναν άνθρωπο από την Ελλάδα, που ζει ανάμεσα στην πατρίδα του και τη Βρετανία; Για τον Τριβιζά, η φαντασία του και οι εκφράσεις που του επιτρέπει έχουν περισσότερη βαρύτητα από τα άλλα του χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες. Θεωρεί τα παραμύθια του περισσότερο σημαντικά από τις εγκληματολογικές του μελέτες. Και ας έχουν κερδίσει -οι υποδεέστερες εκείνα μελέτες του- τον έπαινο των συναδέλφων του για τη μεθοδολογική τους πρωτοπορία και το περιεχόμενό τους, συνολικά. Δεν φαίνεται να διαπραγματεύεται την άποψή του (όχι πως η πλειοψηφία των θαυμαστών του θα του ζητούσε κάτι τέτοιο): «Οι κοινωνικές συνθήκες και οι νομοθετικές ρυθμίσεις αλλάζουν συνεχώς. Σε λίγα χρόνια τα ακαδημαϊκά μου έργα δεν θα είναι παρά υποσημειώσεις σε μελέτες άλλων. Απεναντίας, τα παραμύθια δεν έχουν ημερομηνία λήξεως. Διαρκούν για πάντα. Όπως και τα διαμάντια».

 

 

Ο Γκεμπρεγκεόργκις δεν είναι ο μόνος φίλος που ο Τριβιζάς έχει κάνει μέσα από τα έργα του. Είναι μάλιστα τόσο δύσκολο να βρεθεί εχθρός του Τριβιζά έξω από τα έργα του, που του ζήτησα να μου πει αν υπάρχει κάποιος εχθρός του στα παραμύθια του. Ποιος, δηλαδή, από τους ήρωές του θα μπορούσε να τον έχει άχτι, ή να έχει τα περισσότερα παράπονα από εκείνον, αλλά και ποιος, αντιθέτως, θα του ήταν περισσότερο ευγνώμων. «Χαρακτήρες όπως η Φρικαντέλα, η μάγισσα που μισούσε τα κάλαντα στο ομώνυμο βιβλίο,  ο αυλοκόλακας Σαυρίλιος Βρισελιέ στα "Μαγικά Μαξιλάρια", οι δύο ελεεινοί πειρατές στους "Πειρατές της καμινάδας" και οι μανάβηδες της "Φρουτοπίας" θα είχαν κάθε λόγο να μου ασκήσουν δίωξη για συκοφαντική δυσφήμιση», παραδέχεται. «Αντίθετα, ήρωες οι οποίοι προσπαθούν να ξεπεράσουν τους περιορισμούς της ύπαρξής τους όπως ο Τουρτούρι ο χιονάνθρωπος που δε θέλει να λιώσει στο βιβλίο "Ο Χιονάνθρωπος και το κορίτσι" (εκδόσεις Κέδρος) ή ο Αχυρούλης, το σκιάχτρο που λαχταράει να μάθει να πετάει σαν τα πουλιά στο βιβλίο "Το όνειρο του σκιάχτρου" (εκδόσεις της Εστίας), έχουν κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένοι από τη μεταχείρισή τους στα βιβλία μου. Οφείλω βέβαια να ομολογήσω ότι οφείλω πολλά στους πρώτους γιατί αν δεν υπήρχαν αυτοί,  οι δεύτεροι δε θα είχαν λόγο ύπαρξης».

 

Βεβαίως, η φαντασία του Ευγένιου Τριβιζά δεν εξαντλείται στα παραμύθια. Κάποιο τμήμα κατοχύρωσης ευρεσιτεχνιών, ίσως σε κάποια κρατική διεύθυνση της Φρουτοπίας, προστατεύει πολλές, πάρα πολλές εφευρέσεις του, όπως τα πεζοδρόμια που απωθούν ο,τιδήποτε έχει ρόδες ώστε να καθίσταται εφικτή η κυκλοφορία των πεζών. Τα «αλεξιρόδια πεζοδρόμια», μάλιστα, είναι η εφεύρεσή του που και ο ίδιος θα ήθελε να δει να κατασκευάζεται μαζικώς, αν έπρεπε να διαλέξει μόνο μια για τέτοια τύχη. Και αν κάποιος από εσάς διαθέτει κάποιον χαλασμένο γαργαλιό, μία από τις περισσότερο επιτυχημένες εφευρέσεις του, ο κύριος Τριβιζάς μου έκανε τη χάρη να με πληροφορήσει πως οι μόνοι ικανοί για την επιδιόρθωσή του είναι όσοι ξέρουν να φτιάχνουν πορτογαργαλάδα, ένα αναψυκτικό που, όταν το πίνεις ξεκαρδίζεσαι στα γέλια.

 

Δεν ξέρω πόσο κυκλοφορεί η πορτογαργαλάδα, αλλά τα παραμύθια του Ευγένιου Τριβιζά είναι πάντα διαθέσιμα και ικανά να διασκεδάσουν τον αναγνώστη τους. Του ζήτησα να διαλέξει δύο ανάμεσα σε όλα: Ένα σύντομο για να το αφιερώσει στους αναγνώστες της δημοκρατίας και ένα που θα έσωζε για να διαβάσει σε κάποιο παιδί, αν υποθέταμε ότι η μόνη βιβλιοθήκη στον κόσμο που είχε τα μόνα αντίτυπα των έργων του έπιανε φωτιά. Το παραμύθι για τους αναγνώστες της εφημερίδας μας λέει: «Ήταν ένας πολιτικός σπουδαίος και σοφός που για κάθε θέμα έλεγε ένα ψέμα. Αντί όμως να του μεγαλώνει η μύτη, του μίκραινε το στόμα, ώσπου δεν τον άκουγε κανείς, αλλά παρόλα αυτά ίδρυσε νέο κόμμα και μιλάει ακόμα».

 

Κι όσο για το παραμύθι που θα έσωζε από μια φωτιά, έναντι όλων των άλλων έργων του; Η απάντησή του είναι η καλύτερη που θα μπορούσε να είναι. «Δεν θα έσωζα κανένα. Θα έγραφα καινούρια».

 

 

Αλέξανδρος Μόρντουντακ

Ετικέτες: