Πέτυχε η ανακατασκευή μύτης!

Την πλήρη ανακατασκευή μύτης, ύστερα από επέμβαση αφαίρεσης καρκίνου του δέρματος, πέτυχαν Ελβετοί επιστήμονες χρησιμοποιώντας ιστούς από τους ίδιους τους ασθενείς. Η ελβετική ανακάλυψη είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η μύτη, λόγω της διαρκούς έκθεσής της στις ακτίνες του ήλιου, είναι ευάλωτη στην ανάπτυξη δερματικών καρκινωμάτων, ορισμένα από τα οποία είναι άκρως επιθετικά και προκαλούν βαθιές βλάβες στο δέρμα.


Μέχρι σήμερα η πιο συνήθης πρακτική για την ανακατασκευή της μύτης ύστερα από επέμβαση αφαίρεσης όγκου προβλέπει τη λήψη και τη μεταμόσχευση ενός τμήματος χόνδρου από το ρινικό διάφραγμα, το αυτί ή κάποιο πλευρό. Πρόκειται για μια τεχνική ιδιαίτερα επεμβατική και με υψηλό κίνδυνο επιπλοκών. Οι Ελβετοί επιστήμονες από το πανεπιστήμιο της Βασιλείας δοκίμασαν όμως μια πρωτοποριακή, λιγότερο επεμβατική και ακίνδυνη μέθοδο σε πέντε ασθενείς, οι οποίοι προηγουμένως είχαν υποβληθεί σε επέμβαση αφαίρεσης δερματικών καρκινωμάτων.


Αφού εξήγαγαν κύτταρα χόνδρου (χονδροκύτταρα) από το ρινικό διάφραγμα του καθενός, τα καλλιέργησαν επί τέσσερις βδομάδες στο εργαστήριο χρησιμοποιώντας ειδικούς αναπτυξιακούς παράγοντες. Στη συνέχεια τα άφησαν να αναπτυχθούν άλλες 15 ημέρες πάνω σε ειδικές μεμβράνες που λειτούργησαν ως σκαλωσιές. Με τον τρόπο αυτόν κατάφεραν να δημιούργησαν χόνδρους 40 φορές μεγαλύτερους σε σχέση με το μέγεθος εκκίνησης. Αφού τους έδωσαν το κατάλληλο σχήμα, σύμφωνα με το πρόσωπο και τις ανάγκες κάθε ασθενούς, τους εμφύτευσαν με απόλυτη επιτυχία.


Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι τεχνητοί χόνδροι έγιναν απολύτως αποδεχτοί από μέρους των ασθενών, βελτιώνοντας τόσο την όψη όσο και τη σταθερότητα και τη λειτουργικότητα των ρουθουνιών. Οι δοκιμές πραγματοποιήθηκαν από το 2010 έως το 2012 και όπως αναφέρουν τώρα οι ερευνητές στη δημοσίευσή τους στο επιστημονικό περιοδικό «Lancet», και οι πέντε ασθενείς έκριναν ικανοποιητικό το αποτέλεσμα έναν χρόνο μετά, σε σχέση τόσο με την εξωτερική εμφάνιση όσο και με την αναπνευστική λειτουργία. Ωστόσο, παρά την επιτυχημένη έκβαση, οι κλινικές δοκιμές θα πρέπει να συνεχιστούν σε μεγαλύτερες ομάδες ασθενών.
 

Ετικέτες: