Βηματοδότης για κανονικά καρδιοχτύπια

Ενας βηματοδότης που συγχρονίζει τον χτύπο της καρδιάς με την αναπνοή φαίνεται ότι θα αλλάξει τη ζωή των ατόμων με καρδιακή ανεπάρκεια, όπως ανακοίνωσαν επιστήμονες στη Βρετανία.

 

Την καινοτομία πραγματοποίησαν ερευνητές από τα πανεπιστήμια Μπαθ και Μπρίστολ, οι οποίοι δημιούργησαν έναν βηματοδότη που -με τη χρήση τεχνολογίας συνθετικών νεύρων- έχει την ικανότητα να αποκαθιστά τη φυσική «ποικιλία» που διακρίνει τον καρδιακό παλμό σε σχέση με την κίνηση των πνευμόνων, ώστε ο ρυθμός του να ταιριάζει με εκείνον της αναπνοής.

 

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, όταν υπάρχουν καρδιαγγειακά προβλήματα ο κανονικός ρυθμός του χτύπου της καρδιάς χάνεται κατά την αναπνοή, αποτελώντας ένδειξη για την ύπαρξη υπνικής άπνοιας, καρδιακής αρρυθμίας, υπέρτασης, καρδιακής ανεπάρκειας και αιφνίδιου καρδιακού θανάτου. Επίσης, στην ανακοίνωσή τους οι ερευνητές εξηγούν ότι οι παλμοί από τους βηματοδότες που υπάρχουν σήμερα έχουν έναν συγκεκριμένο ρυθμό ο οποίος δεν αναπαράγει τον φυσικό χτύπο της καρδιάς του ανθρώπου.

 

Ωστόσο ο νέος βηματοδότης βοηθά την καρδιά να μην καταναλώνει πολλή ενέργεια, βελτιώνοντας έτσι την ικανότητά της να αντλεί αίμα, αλλά και τη ροή του στο ίδιο το μυοκάρδιο. Οι προκλινικές δοκιμές που διεξήχθησαν από τους επιστήμονες έδειξαν ότι η συσκευή αυξάνει την ικανότητα της καρδιάς να αντλεί αίμα κατά 25%, γεγονός που φαίνεται ότι θα δώσει παράταση ζωής στους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.

 

Σύμφωνα με τον δρα Alain Nogaret, λέκτορα Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Μπαθ, η επιστημονική ομάδα σκοπεύει με τη χρήση της νανοτεχνολογίας να αναπτύξει ένα εμφύτευμα που θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον άνθρωπο, έχοντας λάβει τη σχετική έγκριση στα επόμενα πέντε χρόνια. Τόνισε, δε, ότι «πρόκειται για μια μοναδική θεραπεία για την καρδιακή ανεπάρκεια, η οποία θα λειτουργεί συμπληρωματικά σε αυτές που υπάρχουν ήδη για τις αρρυθμίες και τον καρδιακό επανασυγχρονισμό», καθώς οι θεραπείες που χρησιμοποιούνται σήμερα δεν έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα.

 

Η επιστημονική έκθεση δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Journal of Neuroscience Methods».

 

 

Αλεξάνδρα Χυδηριώτη