Οι έσχατες ημέρες για τα δύο ψυχιατρεία με τη μεγάλη ιστορία!

Το τελευταίο κεφάλαιο στη... βίβλο της ψυχιατρικής περίθαλψης στην Ελλάδα ετοιμάζεται να γράψει το υπουργείο Υγείας βάζοντας «λουκέτο» στο Δαφνί και το Δρομοκαΐτειο, στο πλαίσιο της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης που αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το καλοκαίρι του 2015.

Παρά τις έντονες αντιδράσεις των εργαζομένων στα ψυχιατρικά αλλά και τα γενικά νοσοκομεία, το υπουργείο θα προχωρήσει το ερχόμενο διάστημα στην κατάργηση όλων των ψυχιατρικών ασύλων της χώρας, μεταφέροντας εντός των επόμενων εβδομάδων όλους τους ασθενείς και το προσωπικό τους σε κλινικές άλλων νοσοκομείων.
   

Ειδικά κλιμάκια του υπουργείου έχουν ήδη ξεκινήσει τις «επισκέψεις» σε νοσηλευτικά ιδρύματα της Αττικής (Ελπίς, Σωτηρία κ.λπ.) αναζητώντας χώρους που μπορούν να φιλοξενήσουν ασθενείς 15 ψυχιατρικών τμημάτων από το Δαφνί και το Δρομοκαΐτειο, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι εκατοντάδες ψυχικά ασθενείς έχουν ήδη μεταφερθεί σε δομές ψυχοκοινωνικής κατάστασης, όπως ξενώνες, οικοτροφεία και προστατευόμενα διαμερίσματα, στο πλαίσιο της αποασυλοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, από τους 1.100 ασθενείς του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου στο Δαφνί έχουν ήδη μετακινηθεί 700 και έως το τέλος του έτους θα μεταφερθούν άλλοι 98 σε ειδικά διαμορφωμένους ξενώνες.
   

Πρόθεση του υπουργείου Υγείας είναι να δημιουργηθούν σε όλη τη χώρα εξειδικευμένα ψυχιατρικά τμήματα για εκείνους που νοσηλεύονται σε δομές Οξέων Περιστατικών ή έχουν καταδικαστεί σε φυλάκιση για αδικήματα που διέπραξαν έχοντας το ακαταλόγιστο. Η ηγεσία του υπουργείου Υγείας αλλά και ο διοικητής του ΨΝΑ στο Δαφνί Παύλος Θεοδωράκης διαβεβαιώνουν ότι «η μεταφορά των κλινικών σε άλλα νοσοκομεία δεν θα οδηγήσει σε διαθεσιμότητες ή απολύσεις εργαζομένων», ενώ, σύμφωνα με όσα ανέφερε η υφυπουργός Κατερίνα Παπακώστα στους εκπροσώπους των εργαζομένων στα δύο ψυχιατρεία, όχι μόνο δεν θα χαθούν θέσεις εργασίας αλλά θα χρειαστούν περίπου 1.300 προσλήψεις.
   

Σε κάθε περίπτωση, με την ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης θα πέσουν... «τίτλοι τέλους» για δύο θεραπευτήρια που άφησαν το σημάδι τους σε σημαντικές περιόδους της ελληνικής Ιστορίας. Η «κυριακάτικη δημοκρατία» κάνει σήμερα μια... «βουτιά» στο παρελθόν τους καταγράφοντας τους σημαντικότερους σταθμούς μιας ιστορικής διαδρομής η οποία πολύ σύντομα θα ολοκληρωθεί.


Το «ιδιωτικό φρενοκομείο» που έγινε με δωρεά του μεγάλου ευεργέτη από τη Χίο (το έτος 1880)
   

«Επιθυμώ διά των ολίγων χρημάτων, άτινα μοι έδωκεν ο Θεός, να συστήσω εν ιδιωτικόν Φρενοκομείον εις τας Αθήνας. Σας παρακαλώ το Φρενοκομείον να ονομασθή με το όνομά μου και το της μακαρίας συζύγου μου» έγραψε μεταξύ άλλων στη διαθήκη του, που αναγνώσθηκε το 1880, ο ευεργέτης Ζωρζής Δρομοκαΐτης από τον Κάμπο της Χίου. Επτά χρόνια αργότερα η επιθυμία του έγινε πραγματικότητα και το Φρενοκομείον Ζωρζή και Ταρσής Δρομοκαΐτου άνοιξε τις πύλες του με δύναμη 110 κλινών. Για την ίδρυση του Δρομοκαΐτειου, που συμπληρώνει φέτος 127 χρόνια συνεχούς λειτουργίας και προσφέρει τις υπηρεσίες του σε περίπου 15.000 ασθενείς ετησίως, χρειάστηκε το 1882 η σύσταση φιλανθρωπικού ιδρύματος που ανέλαβε τη λειτουργία και τη διαχείριση των οικονομικών του θεραπευτηρίου.
   

Η δωρεά του Ζωρζή Δρομοκαΐτη έφθασε τα 500.000 γαλλικά φράγκα, ενώ πρώτος διευθυντής του Δρομοκαΐτειου ήταν ο γιατρός Χριστόδουλος Τσιριγώτης, που είχε υπηρετήσει για αρκετά χρόνια στο Φρενοκομείο της Κέρκυρας. Το υπουργείο Οικονομικών παραχώρησε το 1883 στο ίδρυμα μια έκταση 321 στρεμμάτων, στο οποίο για την κατασκευή των περιπτέρων και των βοηθητικών χώρων υιοθετήθηκε η επιτυχημένη συνταγή μεγάλων θεραπευτηρίων της Ευρώπης. Αρχικά χτίστηκαν τέσσερα κτίρια και αποφασίστηκε ότι οι ασθενείς θα κατατάσσονταν σε πτέρυγες, με κριτήριο το ύψος των νοσηλίων που επρόκειτο να καταβάλουν. Οι εύποροι μπορούσαν να «καπαρώσουν» ολόκληρα δωμάτια, χωρίς να έχουν «συγκατοίκους», την ώρα που οι υπόλοιποι «μοιράζονταν» σε θαλάμους περισσότερων ατόμων.
   

Τα έργα προχώρησαν με γρήγορους ρυθμούς και τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου του 1887. Το φρενοκομείο διέθετε σύγχρονο εξοπλισμό, εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη αρκετών οικογενειών της Αθήνας, που δέχθηκαν να πληρώσουν νοσήλια για τη φιλοξενία δικών τους ανθρώπων στις εγκαταστάσεις του. Εκτιμάται ότι τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του Δρομοκαΐτειου οι ασθενείς ξεπέρασαν τους 80 και σύντομα πέρασαν το κατώφλι του και οι πρώτοι άποροι ασθενείς που νοσηλεύτηκαν με χρήματα Ελλήνων εφοπλιστών.
   

Λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν αρκετές οικογένειες τροφίμων, με αποτέλεσμα να μην είναι συνεπείς στην καταβολή των νοσηλίων, τα πρώτα οικονομικά προβλήματα του ιδρύματος δεν άργησαν να φανούν. Το διοικητικό συμβούλιο του Δρομοκαΐτειου απευθύνθηκε σε εξέχουσες προσωπικότητες της ελληνικής κοινωνίας και είδε ανθρώπους όπως ο εφοπλιστής Ανδρέας Συγγρός και ο ομογενής (με καταγωγή από την Χίο) επιχειρηματίας Κωνσταντίνος Σεβαστόπουλος να ανταποκρίνονται στις συνεχείς εκκλήσεις του προσφέροντας μεγάλα χρηματικά ποσά τόσο για τις λειτουργικές ανάγκες όσο και για την κατασκευή νέων περιπτέρων.
   

Το παράδειγμά τους ακολούθησαν και άλλοι ευεργέτες, όπως «μαρτυρούν» τα ίδια τα κτίρια του θεραπευτηρίου. Σεβαστοπούλειο, Θεολόγειο, Σπηλιοπούλειο, Κουντουριώτειο, Βενιζέλειο, Σκυλίτσειο, Δάφτσειο και το περίπτερο Ελλήνων Αμερικής πήραν... θέση στους κήπους με τα πεύκα και τα πυκνά δέντρα. Τις επόμενες δεκαετίες στο Δρομοκαΐτειο άρχισαν να λειτουργούν τμήματα ζωγραφικής, μουσικής και κλωστοϋφαντουργίας και να υλοποιούνται θεραπευτικά προγράμματα, όπως ο τρύγος και η καλλιέργεια αμπελιών.
   

Στους χώρους του ιδρύματος λειτουργούν σήμερα μουσείο με παλιά μηχανήματα και προσωπικά αντικείμενα νοσηλευομένων αλλά και η δανειστική βιβλιοθήκη «Γεώργιος Βιζυηνός» προς τιμήν του σπουδαίου λογοτέχνη, που φιλοξενήθηκε για ένα διάστημα στο θεραπευτήριο στο τέλος της ζωής του. «Καταφύγιο» στο Δρομοκαΐτειο έχουν βρει στο παρελθόν και αρκετοί ζωγράφοι, δημοσιογράφοι, κριτικοί τέχνης, ποιητές και μουσικοσυνθέτες.


Το θεραπευτήριο δίπλα στο μοναστήρι, οι άθλιες συνθήκες κατά τον πόλεμο και οι 49.000 τρόφιμοι έως και το 1970
   

Συνυφασμένη με την πορεία της ελληνικής κοινωνίας και τα... βάσανα του ελληνικού λαού, η ιστορία του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (ΨΝΑ) στο Δαφνί ξεκινάει τρία χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1925 αποφασίζεται η ίδρυση του πρώτου κρατικού ψυχιατρικού νοσοκομείου, που υποδέχεται τους περίπου 300 ασθενείς του ψυχιατρείου της Αγίας Ελεούσας. Ο χώρος που επιλέγεται βρίσκεται κοντά στην ιστορική Μονή Δαφνίου, που θεμελιώθηκε τον 6ο αιώνα πάνω στα ερείπια του ναού του Δαφναίου Απόλλωνα ή Λοξία, προστάτη των ψυχασθενών και τιμωρού των ασεβών με την εμφάνιση φρενοβλάβειας. Η επιλογή συνδέεται πιθανότατα με το γεγονός ότι η μονή είχε μετατραπεί από τον Μάιο του 1883 ως τον Φεβρουάριο του 1885 σε φρενοκομείο έπειτα από μια σειρά επισκευών στην αυλή και στα κελιά των μοναχών.
   

Στην πρώτη δεκαετία ζωής του θεραπευτηρίου οι κτιριακές (και όχι μόνο) υποδομές του είναι μάλλον ακατάλληλες για να φιλοξενήσουν τους ψυχικά πάσχοντες. Οι τρόφιμοι μένουν σε παράγκες, κατασκευασμένες από μια μικρή ομάδα νοσοκόμων και ασθενών. Το νερό (από πηγάδι της περιοχής) φτάνει στο νοσοκομείο με υδροφόρα και για μεγάλο διάστημα οι ανάγκες φωτισμού καλύπτονται με λάμπες πετρελαίου. Το 1934 δίπλα στις παλιές παράγκες που χρησιμοποιούνται ως αποθήκες, πλυντήρια, θυρωρείο, τραπεζαρία χτίζονται τα πρώτα περίπτερα, χωρητικότητας περίπου 400 ατόμων. Ως το 1937 το θεραπευτήριο αποκτά νέους θαλάμους, χειρουργείο, διοικητήριο, το παρεκκλήσι του Αγίου Γερασίμου αλλά και εγκαταστάσεις όπως ορνιθοτροφείο, χοιροστάσιο, ραφείο και σιδηρουργείο για την καθημερινή απασχόληση των ασθενών.
   

Το 1940 το νοσοκομείο διαθέτει περισσότερα από 10 περίπτερα. Ωστόσο, το «λουκέτο» στις εγκαταστάσεις της Αγίας Ελεούσας, η συνεχής αύξηση του αριθμού των τροφίμων και η φρίκη του πολέμου δημιουργούν πολλά προβλήματα στη λειτουργία του. Οι ασθενείς, που μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα ξεπερνούν τους 2.000, στριμώχνονται στους θαλάμους, κοιμούνται σε τραπέζια και πατώματα ή βρίσκουν καταφύγιο στις νέες παράγκες που ξεφυτρώνουν στους κήπους του ψυχιατρείου. Η πείνα και οι ασθένειες θερίζουν μειώνοντας ως το 1942 αρκετά τον αριθμό των ψυχασθενών που φιλοξενούνται στο Δαφνί. Ωστόσο, το νοσοκομείο μετατρέπεται σε άσυλο για αντιστασιακούς που καταζητούνται από τους Γερμανούς. Στα χρόνια του Εμφυλίου ο αριθμός των ασθενών γιγαντώνεται, καθώς καταφθάνουν στο θεραπευτήριο εκατοντάδες ανάπηροι και παιδιά με νοητική υστέρηση.
   

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 η κατάσταση βελτιώνεται, ενώ το 1956 το Δαφνί αποκτά και παράρτημα, την αποικία ψυχοπαθών Αγίου Γεωργίου Σαλαμίνας. Την ίδια χρονιά ξεκινά η λειτουργία τμημάτων απασχολησιοθεραπείας, κοινωνικής υπηρεσίας και ψυχολογικών εργαστηρίων και, παράλληλα, δημιουργούνται εξωτερικά ιατρεία και άλλες μονάδες. Ως το 1970 τα περίπτερα γίνονται 17, το προσωπικό ενισχύεται με εξειδικευμένους γιατρούς και νοσηλευτές, ενώ οι εισαγωγές ασθενών (με αφετηρία το 1925) πλησιάζουν τις 49.000. Τα προβλήματα βέβαια δεν σταματούν ποτέ, καθώς τα κτίρια γερνούν και παρουσιάζουν βλάβες (φθορές στον εξοπλισμό, χώροι που δεν θερμαίνονται επαρκώς κ.λπ.), με αποτέλεσμα το νοσοκομείο να «εισπράττει» μετά τη δεκαετία του 1990... γερές δόσεις αρνητικής δημοσιότητας.
   

Τελικά, παρά τις δυσκολίες (εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και των περικοπών στον χώρο της Υγείας) που ακόμα και σήμερα αντιμετωπίζει, το ΨΝΑ στο Δαφνί παραμένει ο κεντρικός πυλώνας ενός δικτύου 121 δομών Ψυχικής Υγείας με περισσότερους από 1.600 εργαζομένους, που εξυπηρετεί χιλιάδες ασθενείς «κουβαλώντας» ένα τεράστιο φορτίο στον τομέα της ψυχιατρικής περίθαλψης στη χώρα μας. Αξίζει να σημειωθεί ότι, εκτός από την Παιδοψυχιατρική Κλινική, την Ψυχογηριατρική Κλινική, τη Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας και τις υπόλοιπες δομές, στο Δαφνί «γεννήθηκε» και η ομάδα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά 18 Ανω που... ξεπήδησε τη δεκαετία του 1970 από την Κλινική Αλκοολικών - Τοξικομανών.

 

Γεράσιμος Κόντος