Τα μυστήρια των Αθηνών και η εξαφάνιση ενός μνημείου

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι; Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία; Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε; Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα. Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί; Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν. Κ. Καβάφης

Αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι ο δόλιος υπερδανεισμός και η πτώχευση της χώρας, υπήρξαν το αποτέλεσμα της συνειδητής διαχείρισης των κοινών από τους νεοφιλελεύθερους πολιτικούς και της παθητικότητας και αδιαφορίας του λαού για την τύχη του. Η απουσία συλλογικής στοιχειώδους πολιτικής συνείδησης τεκμηριώνεται από το γεγονός ότι η μεν πολιτική τάξη ζει σε έναν κόσμο προσωπικής ουτοπικής ευωχίας (Arcadia), πλήρως αποκομμένη όχι μόνο από την Ελληνική αλλά και την διεθνή πραγματικότητα, ο δε λαός φαίνεται να απολαμβάνει την καθολική του αποχαύνωση και σταδιακή φτωχοποίηση. Αν υποθέσουμε ότι αναφερόμεθα σε μια υποθετική και κανονική χώρα, φέρουσα το ίδιο με την δική μας όνομα και ευρισκόμενη στην ίδια γεωγραφική περιοχή αλλά λειτουργούσα εντός του λογικού πλαισίου, οι πολιτικές ελίτ θα είχαν διαχειρισθεί τα κοινά με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αν είχαν μελετήσει ή έστω ξεφυλλίσει το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου «Το Στρατηγικό βάθος» θα γνώριζαν ότι «Το Αιγαίο είναι ο αναπόσπαστος γεωγραφικός, πολιτιστικός και ιστορικός χώρος της Τουρκίας, η επιβιώσει της οποίας εξαρτάται από την κατοχή και τον έλεγχο του». Στον πραγματικό κόσμο και σε αντίστοιχες γεωπολιτικές καταστάσεις, το δόγμα Νταβούτογλου θα ενεργοποιούσε τα αντανακλαστικά των πολιτικών ελίτ για την αντιμετώπιση της απειλής. Ο πολιτισμός, και οι «συλλογικές ταυτότητες» αναφέρει ο Νταβούτογλου, που αναπτύσσονται διαχρονικά σε μία γεωγραφική περιοχή, δημιουργούν το «στρατηγικό βάθος» διεκδίκησης, δικαιώματος και κατοχής του «χώρου», [1]. Η πολιτική θέση του ευφυούς πρωθυπουργού, θα επιβεβαιώνετο από έναν εξ ίσου ευφυή ταξιδιώτη που θα επισκέπτετο τρεις πόλεις του ευρύτερου γεωγραφικού μας χώρου, την Ιερουσαλήμ, το Καζάν στην Ρωσία και την Αθήνα. Τα θρησκευτικά και πολιτιστικά μνημεία του χριστιανικού, εβραϊκού και μουσουλμανικού πολιτισμού στην Ιερουσαλήμ αντιμετωπίζονται με την ιερότητα που αρμόζει στο τοπίο, ενώ η προσέγγιση τους αντικατοπτρίζει τα πολιτιστικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά της κοσμοθεωρίας που πρεσβεύει η κάθε μια από αυτές, δηλαδή την ελεύθερη πρόσβαση στα εβραϊκά και τα χριστιανικά μνημεία της πόλης για όλους τους επισκέπτες και την απαγόρευση της εισόδου για τους «άπιστους» στο τέμενος του Ομάρ. Η νυκτερινή επίσης προσγείωση αεροσκάφους στην πόλη του Καζάν, στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Ρωσίας επί του ποταμού Βόλγα, θα ξάφνιαζε τον επισκέπτη με την θέα του φωτισμένου υπερμεγέθους τεμένους δίπλα από την μικρότερη εκκλησία του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο της πόλης. Ξενίζει επίσης τους προ εικοσαετίας παλαιούς επισκέπτες της πόλης η διαπίστωση ότι σήμερα, εν αντιθέσει με το παρελθόν, δίπλα σχεδόν σε κάθε ορθόδοξη εκκλησία έχει χτισθεί και από ένα μεγαλύτερο σε μέγεθος τέμενος, με Τουρκικά και Αραβικά χρήματα όπως ισχυρίζονται οι αυτόχθονες. Και στις δύο αυτές γεωγραφικές περιοχές, όπως και σε πολλές άλλες στον πλανήτη, ο οξυδερκής ταξιδιώτης θα διαπίστωνε ότι μαίνεται ένας υποχθόνιος και αδυσώπητος πολιτιστικός πόλεμος, μία σύγκρουση πολιτισμών, όπου το έπαθλο του νικητή θα είναι η ικανοποίηση επιβολής των συλλογικών του ταυτοτήτων αρχικά και των πολιτικών του επιδιώξεων στο τέλος
Η περίπτωση της Αθήνας είναι κάπως ιδιάζουσα αναφορικά με αυτά που τεκταίνονται στις δυο άλλες πόλεις επειδή η πρωτεύουσα της χώρας είναι μια βρώμικη και βανδαλισμένη πόλη. Το αστικό τοπίο των Αθηνών θα μπορούσε να επιφέρει συνειρμούς στον ευαίσθητο πολίτη που σχετίζονται με την Συρία και το Ιράκ, όπου τα Ελληνικά και χριστιανικά πολιτιστικά μνημεία καταστρέφονται με ιεραποστολικό φανατισμό από τους παρανοϊκούς του Ισλάμ. Στην Αθήνα με όπλα την ασχήμια και τον βανδαλισμό, η αόρατη και για αυτό επικίνδυνη πολιτιστική και αισθητική υποβάθμιση διεξάγεται υπούλως και υπογείως από τους οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού και της νεωτερικότητας με σκοπό την συλλογική λήθη. Συνειδητά επιδιώκουν την άλωση της πόλης και την επιβολή της ιδεολογίας του νεοφιλελευθερισμού στην συνείδηση του λαού μέσω της κατοχύρωσης της αισθητικής υποβάθμισης του αστικού τοπίου (γκράφιτι), της σταδιακής διαγραφής των ιστορικών και πολιτιστικών στοιχείων της νεοκλασικής Αθήνας, του υπερτονισμού της παγκοσμιοποιημενης και ομοιόμορφης «αρχιτεκτονικής της νεωτερικότητος» και της μεθοδικής εξαφάνισης των μνημείων της πόλης. Αυτή η πολιτιστική γενοκτονία θα στερήσει από τους γηγενείς το δικαίωμα της ιστορικά κατοχυρωμένης «χρήσης» της πόλης και ταυτόχρονα θα επιτρέψει την ιδεολογική και συνεπώς και την πολιτική άλωση της στο μέλλον από τους επήλυδες, επειδή οι κοινωνίες και ο πολιτισμός πάντα υποτάσσονται στο μέγεθος, στην ορμή και τον αριθμό των εποίκων.
Ο ιστορικός Γρηγορόβιος σημειώνει ότι τρία ήσαν τα θανάσιμα πλήγματα που υπέστη ο Ελληνισμός στην αρχαιότητα, η ήττα στην Χερώνεια από τον βασιλέα της Μακεδονίας Φίλιππο, η καταστροφή της Κορίνθου από τον Μόμιο και η ισοπέδωση των Ελληνικών μνημών και ναών από τους Γότθους του Αλάριχου. Κατ αναλογία σήμερα, η νεοελληνική συνείδηση και ο πολιτισμός έχουν δεχτεί τρία θανάσιμα πλήγματα μέσα από την Μικρασιατική καταστροφή, την λεηλασία του ιστορικού αρχιτεκτονικού τοπίου με την αντιπαροχή και την μαζική μετανάστευση των μουσουλμάνων.
Στον επικό παρθενικό του λόγο στην βουλή ο κ. Ζουράρις προέτρεψε μέσα από τον επιτάφιο του Περικλή την επιστροφή στον «καθ’ ημάς Ελληνικό τρόπο ζωής ως μέσον «ανάστασης» και αναγέννησης. «Σε όλες τις γαίες και τις θάλασσες που δαμάσαμε με την τόλμη μας κατασκευάσαμε αιώνια μνημεία και των θριάμβων και των συμφορών μας», επεσήμανε στους Αθηναίους ο Περικλής, [2]. Η διατήρηση της αρχιτεκτονικής του αστικού τοπίου και των μνημείων διαιωνίζει και συντηρεί την συλλογική μνήμη και τεκμηριώνει το δικαίωμα κατοχής, ώστε το πνεύμα να αντιστέκεται στην λήθη και να ακυρώνει την αλλοτρίωση, την ισοπέδωση και τον εξανδραποδισμό της ψυχής που επιδιώκει η νέα τάξη πραγμάτων.
Πριν από την περίοδο των ολυμπιακών αγώνων, η τότε νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση, γνωρίζουσα την σημασία της αισθητικής του αστικού τοπίου και την ανάγκη ύπαρξης έστω και κάποιας υποτυπώδους ταυτότητας της πόλης, προέβη, έστω και ακουσίως, στην συντήρηση και αποκατάσταση των βανδαλισμένων ιστορικών μνημείων, προσπαθώντας εναγωνίως να αναδείξει την ιστορική συνέχεια και την ανύπαρκτη μνήμη της πόλης στους ξένους επισκέπτες μέσω της συγκόλλησης των ψηφίδων της ιστορίας της, αφού συνειδητά τα προηγούμενα χρόνια συντελούσε στην αισθητική υποβάθμιση χώρου και ψυχών, με σκοπό την πνευματική αποχαύνωση των υπηκόων της. Την ίδια εποχή ή λίγο αργότερα κατεδαφίσθηκε ή αποσυναρμολογήθηκε ή εξαφανίσθηκε το άγνωστο στους πολλούς συμπολίτες μας μνημείο των Τριών Ευρωπαίων Ναυάρχων της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, πιθανώς έργο του δεκάτου ενάτου αιώνος, ευρισκόμενο πλησίον της Πύλης του Αδριανού, δίπλα από το ξενοδοχείο Royal Olympic. Το μνημείο αποτελούσε ένας καλαίσθητος λιθοδομημένος οβελίσκος ύψους περίπου τεσσάρων μέτρων, φέροντος επί της κορυφής του τις χάλκινες προτομές των πρωταγωνιστών της ναυμαχίας, τοποθετημένος επί ενός επίσης λιθοδομημένου βάθρου. Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια και το μόνο που απομένει σήμερα στο σημείο είναι τα απομεινάρια του βάθρου, κρυμμένα καλά από τα μάτια των περαστικών από την θαμνώδη βλάστηση. Βεβαίως ουδεμία ανακοίνωση των αρμόδιων αρχών η του Δήμου περί της τύχης του μυστηριωδώς εξαφανισθέντος ογκωδεστάτου μνημείου έχει επιπέσει στην αντίληψη των βαρέως φορολογούμενων πολιτών, ούτε καμία προσπάθεια αποκατάστασης του βανδαλισμού φαίνεται να έχει ποτέ επιχειρηθεί από κάποια αρμόδια αρχή, αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα. Δεν γνωρίζουν επίσης οι πολίτες τι απέγιναν η μεγάλης χρηματικής και αρχαιολογικής αξίας χάλκινες προτομές των τριών ναυάρχων. Πιθανώς σήμερα να ευρίσκονται πεταμένες σε κάποια αποθήκη του δήμου, ή να εκτίθενται σε κάποιο μουσείο, ή ακόμα και να κοσμούν τα σαλόνια των επιτήδειων ή τέλος να έχουν χυτευθεί σε κάποιο χυτήριο μετάλλων, όπου συνήθως καταλήγουν τα μεταλλικά προϊόντα κλοπής από το λεκανοπέδιο της Αττικής. Δεν έχει βεβαίως καμία σημασία το ρητορικό ερώτημα επί ποιου δημοτικού άρχοντος θητείας συντελεσθεί το ανοσιούργημα, αφού όλοι τους στερούνται αστικής πατίνας, ούτε η διαπίστωση ότι ανάλογο γεγονός διαπραχθέν σε Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα θα επέφερε πολιτικό σεισμό, ούτε αν η πρακτική αυτή επιφέρει την αυτεπάγγελτη ενεργοποίηση της εισαγγελίας, ούτε αν ποτέ ετέθη το θέμα της μυστηριώδους εξαφάνισης του μνημείου από κανένα πολιτικό κόμμα στην βουλή ή στο δημοτικό συμβούλιο. Ο Δήμαρχος των Αθηνών οφείλει να δώσει στους δημότες του τις ανάλογες εξηγήσεις σχετικά με την τύχη του εξαφανισθέντος ιστορικού μνημείου της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου και των προτομών των Τριών Ναυάρχων στην Αθήνα και αν σκοπεύει επιτέλους να προβεί στην αποκατάσταση της καταστροφής, ώστε να αρχίσουν να φωτίζονται τα μυστήρια της μυστηριώδους πόλεως των Αθηνών.
Τον Σεπτέμβριο του 2007 έγινε δεκτή η άρση του μνημειακού χαρακτήρα του νεοκλασικού ακινήτου μνημείου επί της οδού Διονύσιου Αρεοπαγίτου 17 και άλλων τριών γειτονικών νεοκλασικών, που εισηγήθηκε ο τότε υπουργός Πολιτισμού της ΝΔ, με την αιτιολογία ότι «θα εμποδίζετο η θέα των επισκεπτών του Μουσείου», ώστε τούτο μετά να κατεδαφιστεί, όπως ανέφερε και η σχετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, [2].
Τον Μάιο του 2015 ο νυν Πρωθυπουργός και ο Υπουργός Πολιτισμού αποφάσισαν να διασώσουν το ιστορικό νεοκλασικό κτήριο του Ελληνικού προξενείου της Σμύρνης, που βρίσκεται επί της οδού Atatürk Caddesi, από τα νύχια του ΤΑΙΠΕΔ ώστε να μην πωληθεί στους Τούρκους.
Ζούμε σε ανατρεπτικές, περίεργες και συναρπαστικές εποχές όπου το «φαίνεσθαι» και το «είναι» εμπλέκονται πλέον διαλεκτικά. Οι «δεξιοί πατριώτες» νομοθέτησαν υπέρ της αντιπαροχής και της δήμευσης των ιδιωτικών περιουσιών. Οι «αριστεροί απάτριδες» σώζουν τα μνημεία του έθνους, δηλαδή την ψυχή του. Αν απαλλαγούμε και από τις κυρίες Τασούλες τότε θα έχουμε σημειολογικά την απόλυτη ανατροπή του στρεβλού ιδεολογικού πλαισίου της μεταπολίτευσης που κατέστρεψε την χώρα.
[1] Davutoğlu, Ahmet «Το στρατηγικό βάθος», εκδόσεις Ποιότητα, Αθήναι 2010.
[2] Θουκιδίδου, «Περικλέους επιτάφιος λόγος», (2.41.1).
[3] Εφημερίδα «Το Βήμα», 11/09/2007.
Ο Αλκιβιάδης-Κωνσταντίνος Κεφάλας είναι Διδάκτωρ Φυσικής του Πανεπιστήμιου του Manchester, UK, Δντης Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Ινστιτούτο Θεωρητικής και Φυσικής Χημείας.