Ο ατρόμητος παπα-Γιάννης και οι άλλοι που ανέβηκαν στο βουνό για να αντισταθούν

Η ευχή «είθε ο Παντοδύναμος να ξεσκουριάσει τα τουφέκια μας» κα οι περιγραφές των πρωταγωνιστών. Οι μυστικοί πράκτορες και οι ηρωικές ενέργειες

{Από το περιοδικό «δ» που κυκλοφορεί με την «κυριακάτικη δημοκρατία»}

Στην Κρήτη, η αντίσταση στον εχθρό άρχισε από τη στιγμή της εισβολής και συνεχίστηκε έως το τέλος της Κατοχής, λαμβάνοντας διάφορες μορφές. Το αντιστασιακό πνεύμα αναδεικνύεται με γλαφυρό τρόπο στα πολυάριθμα έργα των ίδιων των πρωταγωνιστών των γεγονότων, όπως το βιβλίο «Κρητικός μαντατοφόρος» του Γιώργου Ψυχουντάκη, αλλά και η έκδοση «Το κρυφτό» του Xan Fielding. Ως πράκτορας του Γραφείου Ειδικών Υπηρεσιών (SOE), o Fielding (ψευδώνυμο «Αλέκος») αποβιβάστηκε στην κατεχόμενη Κρήτη τον Ιανουάριο του 1942, έχοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία συμμαχικού δικτύου. Ο Ψυχουντάκης ήταν ένας από τους σημαντικότερους αγγελιοφόρους του δικτύου αυτού.
Την περίοδο της Κατοχής, ο Ψυχουντάκης βρέθηκε για κάποιους μήνες στο Κάιρο, απ' όπου διηγείται ένα χαρακτηριστικό περιστατικό.

Μια ημέρα, πήγε με έναν Νεοζηλανδό επιλοχία, τον «Βασίλη», σε ένα νεοζηλανδικό στρατιωτικό κέντρο: «Το κέντρο ήταν αυστηρά απαγορευμένο για όλους γενικώς τους στρατιωτικούς, εκτός από τους Νεοζηλανδούς... Εγώ ήξερα πως απαγορευόταν εδώ, γιατί μια μέρα προσπάθησα να ανεβώ πάνω και ο σκοπός δεν με άφησε, και το είπα στον Βασίλη. Ο Βασίλης με ρωτά: ''Του είπες πως είσαι Κρητικός;'' ''Δεν το είπα, κύριε Βασίλη''. ''Τότες πέρασε πρώτος τώρα, κι όταν σου πει 'απαγορεύεται', τότες πες του πως είσαι Κρητικός. Εγώ θα έρχομαι μετά από σένα, να μην καταλάβει πως είμαστε παρέα''. Εκανα όπως μου είπε. Ο σκοπός, μόλις έφτασα εκεί και βλέπει το πηλήκιό μου, μου λέγει ''Απαγορεύεται'' και μου εμποδίζει τη διάβαση.

Οι Νεοζηλανδοί

Του λέγω τότες πως είμαι από την Κρήτη και, μόλις άκουσε για Κρήτη, αμέσως με χαιρέτησε στρατιωτικά και μου άδειασε τον χώρο να περάσω. Μετά από μένα έρχεται ο Βασίλης, σταματά κι ευχαριστεί τον σκοπό που με άφησε να περάσω ελεύθερα, και του δήλωσε πως, στην περίπτωση που δεν θα με άφηνε, θα του έσπαζε τα μούτρα - και του έδειξε τη γροθιά του. Οι Νεοζηλανδοί αναγνώριζαν τη βοήθεια που τους δώσαμε, και κυρίως μετά την κατάληψη της Κρήτης, σ' εκείνους που δεν έπεσαν στην αιχμαλωσία, μα κατέφυγαν στα χωριά και στα βουνά. Μας αγαπούσαν ξεχωριστά από όλους και μας έλεγαν αδέλφια τους».

Ενας από τους αξιωματικούς που φυγαδεύτηκαν στο Κάιρο, τον Αύγουστο του 1941, ήταν και ο Τζακ Σμιθ - Χιουζ, ο οποίος οργάνωσε το Γραφείο Τομέα Κρήτης στη Μέση Ανατολή. Ο Ψυχουντάκης περιγράφει το πώς συνοδεύτηκε από ομάδα ενόπλων κατά τη διαφυγή του, μεταδίδοντας ταυτόχρονα και το κλίμα της εποχής: «Συμπληρωθήκαμε το όλον δεκαπέντε άτομα... Από όλα τα μέρη που περάσαμε και μας έβλεπαν οι άνθρωποι να κρατούμε όπλα... όλοι ήθελαν να πάρουν κι εκείνοι τα δικά τους όπλα και να μας ακολουθήσουν, θαρρώντας πως ήλθε κιόλας η ώρα να χτυπήσουμε τον εχθρό για να ελευθερωθούμε... Ο ενθουσιασμός εκείνων που μας έβλεπαν ήταν μεγάλος και η χαρά τους απερίγραφτη, γιατί πίστεψαν πως κάτι το σοβαρό θα συμβαίνει για να πάρουμε τα όπλα. Θαρρούσαν πως ήλθε κιόλας η ώρα της αναστάσεως, για κείνο και ζητούσαν να πάρουν τα όπλα και να μας ακολουθήσουν»,

Η θέληση για αντίσταση, βέβαια, δεν καμπτόταν ούτε μέσα από τις συχνές τραγωδίες που βίωναν οι πρωταγωνιστές της. Ο Fielding περιγράφει την αντίδραση του πατέρα ενός από τα θύματα των Γερμανών, που συνελήφθη και εκτελέστηκε για τη συνεργασία του με τους Αγγλους: «Εκεί (σ.σ.: στην Ασή Γωνιά) μας βρήκε ο παπα-Γιάννης Αλεβιζάκης, που μετά από τη σύλληψη του γιου του είχε πράξει σοφά και είχε βγει στο βουνό. Ο Πάντυ (σ.σ.: Πάτρικ Λι Φέρμορ) κι εγώ δεν μπορούσαμε παρά να καταληφθούμε από δέος μπρος στην ακατάβλητη πίστη και καλοσύνη αυτού του απλού γερο-παπά του χωριού. ''Είμαι φτωχός άνθρωπος'', μου είχε πει κάποτε, ''και έτσι δεν μπορώ να σου προσφέρω μεγάλη υλική βοήθεια. Αλλά έχω τρεις γιους, και όλοι τους θα θυσιασθούν, αν χρειαστεί, για τη λευτεριά της Κρήτης''... Ηξερε κι αυτός, όπως κι εμείς, ποια θα ήταν η μοίρα του Σήφη... Αυτός όμως παραμέρισε τις εκφράσεις λύπης μας, με μια φράση που όλο και ξαναγύριζε στα χείλη του: ''Ο Θεός είναι μεγάλος''. Μετά, βγάζοντας την μπουκάλα το ρακί που είχε φέρει μαζί του, ζήτησε από όλους μας να κάνουμε μια πρόποση: ''Είθε ο Παντοδύναμος να ξεσκουριάσει τα τουφέκια μας''».

Από την άλλη, η μοίρα η οποία περίμενε τους αποστάτες ήταν τέτοια, που λειτουργούσε αποτρεπτικά: «Αυτοί οι άνθρωποι σπάνια άντεχαν πολύ στη νέα σταδιοδρομία τους. Οι προδότες, ακόμα και εκείνοι που κατόπιν θα ζητούσαν άσυλο πίσω από τα συρματοπλέγματα των Γερμανών, γίνονταν αντικείμενο άγριου κυνηγητού από τους συγγενείς των θυμάτων τους, ώσπου να τεθεί ένα βίαιο τέλος στις δραστηριότητές τους. Ενας από αυτούς, για παράδειγμα, είχε βρει δυσάρεστο θάνατο μέρα μεσημέρι, παρά την προφύλαξή του να μετακομίσει σε σπίτι που περιβαλλόταν από καταλύματα Γερμανών. Το πτώμα του βρέθηκε να αιμορραγεί ακόμη από δεκαεπτά μαχαιριές, κάτω από ένα τραπεζομάντιλο, όπου το αίμα που είχαν σκουπίσει τα χέρια τους αυτοί που του επετέθησαν δεν είχε προλάβει να στεγνώσει» γράφει ο Fielding.

Πώς οι Κρητικοί εκτέλεσαν το εκτελεστικό απόσπασμα

Συγκλονιστική είναι η περιγραφή του Ψυχουντάκη για τη μάχη στο Κουστογέρακο, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς για τη συμβολή του στην Αντίσταση: «Οι Γερμανοί, που συχνά πληροφορούνταν τα συμβαίνοντα στο Κουστογέρακο, πήγαν και μπλόκαραν το χωριό... μάζεψαν ό,τι βρήκαν -γυναικόπαιδα και γερόντους- και τους άρχισαν στην ανάκριση... Κανένας τους δεν μιλούσε για να δώσει πληροφορία στους Γερμανούς... Εν τω μεταξύ, οι άντρες που βρέθηκαν έξω του κλοιού, κοντά στο χωριό, έτρεξαν και ειδοποίησαν και τους άλλους στη μαδάρα, στο λημέρι, που με επικεφαλής τον λοχαγό Μανόλη Ν. Πιμπλή πήραν κάτω με την απόφαση να κτυπήσουν τους Γερμανούς και να μην τους αφήσουν να τουφεκίσουν τα γυναικόπαιδα... Στη στιγμή που το απόσπασμα έρριψε τις πρώτες ριπές κι έπεσαν νεκρές τέσσερις γυναίκες, στην ίδια στιγμή ο Κωστής Πατεράκης, με καταπληκτική ταχύτητα και σκοπευτική δεινότητα, σημαδεύει τον πολυβολητή του γερμανικού εκτελεστικού αποσπάσματος και τον ξαπλώνει νεκρό. Συνάμα φωνάζει στους άλλους: ''Φωτιά, μωρέ, και σκοτώνουν τα γυναικόπαιδα!'' Καμιά δεκαριά άτομα που βρέθηκαν σ' εκείνο το μέρος, όλοι μαζί, έριξαν, και το γερμανικό απόσπασμα, στην ίδια στιγμή που άρχιζε να εκτελεί, εκτελέστηκε μονοκοπανιάς.

Οι άλλοι Γερμανοί, τότε, τρομοκρατημένοι, το έβαλαν στα πόδια και κρύβουνταν όπου έβρισκαν, κι όλη μέρα τους κυνηγούσαν και τους σκότωναν, όπου τους έβρισκαν κρυμμένους. Προσπάθησαν να βγουν άλλοι Γερμανοί από τη Σούγια με καΐκια, μα δέχτηκαν κι εκείνοι πυρά, κι όσοι δεν πρόλαβαν να βγουν γύρισαν πίσω με τα καΐκια. Εστειλαν τότε αεροπλάνα και βομβάρδιζαν το χωριό, μια και για την ώρα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο... Δυο μέρες μετά από τη μάχη, πολυάριθμοι Γερμανοί καταφτάξανε σε τούτα τα χωριά και η λύσσα τους ξέσπασε στα εγκαταλειμμένα σπιτάκια. Ούτε πέτρα δεν άφησαν πάνω στην άλλη, με τον δυναμίτη και με τη φωτιά. Δεν αποφάσιζαν όμως να ανεβούνε στο βουνό, όπου ήσαν έτοιμοι και καλώς εξοπλισμένοι αρκετοί τώρα (περί τους εκατό) ντουφεκιοφόροι...»

Ετικέτες: