«Ανάθεμα σας Γερμανοί, κι εκάψατε την Κρήτη»

Οι απίστευτες βαρβαρότητες που κατέγραψε η Κεντρική Επιτροπή Διαπιστώσεως Ωμοτήτων Κρήτης στη Μεγαλόνησο από τις 29 Ιουνίου έως τις 6 Αυγούστου 1945

{Από το περιοδικό «δ» που κυκλοφορεί με την «κυριακάτικη δημοκρατία»}

Δύο καταξιωμένοι καθηγητές Πανεπιστημίου, ο Ιωάννης Καλιτσουνάκης και ο Ιωάννης Κακριδής, ο θρυλικός Νίκος Καζαντζάκης και ο καλλιτέχνης φωτογράφος Κωνσταντίνος Κουτουλάκης ήταν τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων Κρήτης, που συστάθηκε με ειδική διαταγή της υπηρεσιακής κυβέρνησης Βούλγαρη «προς διαπίστωσιν των υπό των Γερμανών και Ιταλών κατά την διάρκειαν της Κατοχής διαπραχθεισών ωμοτήτων εν Κρήτη, περιοδεύσασα την νήσον από της 29ης Ιουνίου μέχρι της 6ης Αυγούστου 1945».

Σε διάστημα 40 ημερών η επιτροπή επισκέφθηκε 76 πόλεις και χωριά, ενώ παραιτήθηκε από την επίσκεψη ακόμη 16 χωριών. Στην έκθεση που υποβλήθηκε οι συντάκτες αναφέρουν ότι, για να διασφαλίσουν την αντικειμενικότητά της, έλεγχαν πρώτα τις πληροφορίες, μέσα από τις μαρτυρίες των Αρχών και των κατοίκων κάθε τόπου, και έπειτα τις διασταύρωναν με τα παρεχόμενα στοιχεία από τις επίσημες Αρχές. Σε περίπτωση ασυμφωνίας, η επιτροπή προέκρινε τη μετριοπαθέστερη εκδοχή.

Λεηλασίες

Η καταγραφή της επιτροπής είναι λεπτομερής και πολύπλευρη. Αναφέρεται σε καταστροφές μνημείων και κλοπές αρχαιοτήτων, σε διαπραχθείσες λεηλασίες, που συχνά συνόδευαν τις ολικές καταστροφές των χωριών και των πόλεων, στην απόλυτη ιδιοποίηση του αγροτικού πλούτου («ό,τι δεν ηδύνατο να καταναλωθή ή να μεταφερθή οι Γερμανοί επροτιμούσαν συχνά να το καταστρέφουν παρά να το αφήσουν εις τους κατοίκους»). Επίσης, στις αγγαρείες με τα «επίτακτα ημερομίσθια», στις οποίες εξαναγκαζόταν ο τοπικός πληθυσμός, και στις φυλακίσεις, με ό,τι αυτές συνεπάγονταν: βασανιστήρια, εκτοπίσεις στη Γερμανία και εκτελέσεις. («Εις δε την Μάνδραν [φυλακές Αγιάς] η Επιτροπή εβάδιζεν επί μισήν ώραν εν μέσω τάφων ομαδικών και μεμονωμένων, των μεν αναγνωρισθέντων εις ποίους νεκρούς ανήκουν, των δε τελείως αγνώστων»).

Φαίνεται μάλιστα ότι οι Γερμανοί έδειξαν ήδη από τη διάρκεια της μάχης τις προθέσεις τους: «Και κατά τας ημέρας του αγώνος οι Γερμανοί είχον διαπράξει ατιμίας∙ ούτω πολλοί από τους κατερχομένους αλεξιπτωτιστάς, παρά τον Αλικιανόν, τον Δραπανιάν και αλλαχού, έσπευδον να συλλάβουν γυναίκας και παιδιά επί των ώμων των οποίων έπειτα εστήριζον το οπλοπολυβόλο των, αναγκάζοντες αυτούς να προχωρούν ενώ εκείνοι κρυμμένοι όπισθέν των επυροβόλουν».

Υστερα από την κατάληψη του νησιού οι Γερμανοί άρχισαν τα αντίποινα. Ολόκληρο το καλοκαίρι του 1941 έκαιγαν σπίτια και εκτελούσαν αμάχους στο Κοντομαρί, στον Αλικιανό, στους Λάκκους, στην Παλαιόχωρα, στη Χώρα Σφακίων στα Χανιά, στο Σταυρωμένο, στο Παγκαλοχώρι, στα Περιβόλια στο Ρέθυμνο. Η Κάντανος ήταν από τους πρώτους τόπους μαρτυρίου: «Εις τας 3/6 επανελθόντες εις την Κάντανον, αφού εφόνευσαν όσους εύρον εις τα σπίτια των, ανέγνωσαν την διαταγήν του Στρατ. Διοικητού Κρήτης, διά της οποίας ανεκοινούτο ότι η Κάντανος θα καταστραφή, οι δε κάτοικοί της θα εξοντωθούν. Πραγματικώς μετά γενικήν λεηλασίαν όλαι αι οικίαι του χωρίου εκάησαν ή ανετινάχθησαν διά δυναμίτιδος. Τα γυναικόπαιδα εξεδιώχθησαν με τον σκληρότερον τρόπον... Η είσοδος εις την Κάντανον απηγορεύθη επί ποινή αμέσου τυφεκισμού εις πάντα Ελληνα».

Η καταστροφική μανία των κατακτητών δεν κόπασε ούτε τα επόμενα χρόνια. Τις περισσότερες φορές ξεσπούσε σε αντίποινα για την αντίσταση που συναντούσαν. Το 1942, μετά το επιτυχημένο σαμποτάζ στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου, στις 14 Ιουνίου, εκτελέστηκαν στον Ξεροπόταμο Ηρακλείου 52 άτομα. Τον Σεπτέμβριο του 1943 η ομάδα του Μπαντουβά σκοτώνει τους δύο Γερμανούς στρατιώτες στη Σύμη της Βιάννου.

Στη Βιάννο

Οι Γερμανοί αποστέλλουν στην περιοχή έναν λόχο, που στις 12 Σεπτεμβρίου αποδεκατίζεται από τους αντάρτες. Την επόμενη ισχυρά τμήματα στρατού κύκλωσαν όλη την περιοχή της Βιάννου. Στις 14 Σεπτεμβρίου πολλά από τα χωριά της περιοχής κατεστράφησαν ολοσχερώς.

Ενδεικτική είναι η περιγραφή που αφορά το χωριό του Αμιρά, το οποίο επλήγη βαρύτατα: «Το χωρίον αριθμεί εν συνόλω 117 νεκρούς της ημέρας εκείνης. Μία μόνον οικογένεια, Βερυκοκάκη ονόματι, πενθεί 17 μέλη της... Τα πρόσωπα των νεκρών ήσαν παραμορφωμένα, διότι οι Γερμανοί εσκόπευαν επί της κεφαλής των εκ του πλησίον και δι' αυτό η αναγνώρισις εγίνετο συχνά εκ των ενδυμάτων μόνον... Η Επιτροπή δεν θα λησμονήση ποτέ το σπαρακτικόν θέαμα που αντίκρυσεν, καθώς έφθανεν εις τον Αμιράν, δια να διαπιστώση τα ανωτέρω εκτεθέντα: επί του τόπου της εκτελέσεως εύρε συγκεντρωμένας περί τας 300 γυναίκας μελανοφορούσας μετά των τέκνων των, θρηνούσας κοπτομένας και μοιρολογούσας». Τα αντίποινα κατά της Αντίστασης συνεχίστηκαν και τον Οκτώβριο σε χωριά όπως το Κουστογέρακο, η Καλή Συκιά και ο Καλλικράτης.

Νέος γύρος καταστροφών ανοίγει μετά την απαγωγή του στρατηγού Κράιπε. Οι Γερμανοί διανέμουν και σχετικές προκηρύξεις: «Τα χωριά Λοχριά, Καμάρες και Μαγαρικάρι περιεκυκλώθησαν από τα γερμανικά στρατεύματα την 3ην Μαΐου 1944∙ εξεκενώθησαν κατά την διεξαγωγήν μιας μεγάλης επιχειρήσεως εναντίον των συμμοριτών εις το όρος Ψηλορείτης. Μετά την μεταφοράν του πληθυσμού έξω των χωρίων ταύτα ισοπεδώθησαν... Αυτά τα μέτρα ας είναι δι' όλους προειδοποίησις...» (σ. 314).

Στην υποχώρηση

Από τα μέσα Αυγούστου του 1944 οι Γερμανοί αρχίζουν να υποχωρούν από την ανατολική Κρήτη, συνεχίζοντας τις καταστροφές. Στις 12 Αυγούστου, γερμανικός στρατός εμφανίζεται έξω από τα Ανώγεια, εστία συνεχούς αντίστασης κατά του κατακτητή: «Εις τας 12/8 το εσπέρας οι άνδρες του χωρίου, ειδοποιηθέντες ότι έρχονται πολλοί Γερμανοί, έφυγον και ούτω προελήφθησαν πολλαί εκτελέσεις. Την 13ην οι Γερμανοί, συμπληρώσαντες την κύκλωσιν, εισήλθον εις τα Ανώγεια και διέταξαν τους υπολειφθέντας κατοίκους -θα ήσαν περί τα 1.500 γυναικόπαιδα- να αναχωρήσουν εντός ημισείας ώρας προς την κατεύθυνσιν του Γενή Κααβέ, οπόθεν να διασκορπισθούν εις τα διάφορα χωρία της Ρεθύμνης. Μετά ταύτα προέβησαν εις γενικήν λεηλασίαν του χωρίου πλουσιωτάτου εις κτηνοτροφικά και εριουργικά προϊόντα. Μετά την δήωσιν εκάστη οικία εκαίετο πρώτον και έπειτα ανετινάσσετο διά δυναμίτιδος.... Το μέγεθος της λεηλασίας θα κατανοήση κανείς, όταν λάβη υπ' όψιν ότι αυτή διήρκεσεν από τις 13 Αυγούστου μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου».

Την καταστροφή των Ανωγείων ακολουθεί η τραγωδία των εφτά χωριών της επαρχίας Αμαρίου, στις 22 Αυγούστου: «Ο επισκεπτόμενος σήμερον τα χωρία του Αμαρίου ευρίσκεται προ θεάματος από τα σπαρακτικώτερα. Τα άλλοτε ανθούντα χωρία έχουν μεταβληθή σε ερείπια... Και έπειτα ο επισκέπτης οδηγείται προ μιας ηρειπωμένης οικίας, κάτω από τα χαλάσματα της οποίας ευρίσκονται ακόμη θαμμένοι οι ομαδικώς εκτελεσθέντες». Την ίδια περίοδο ισοπεδώνονται η Δαμάστα, το Κοξαρέ και η Μαλάθυρος.
Τα επιλεχθέντα αποσπάσματα παρουσιάζουν μόνο μέρος των ωμοτήτων που περιέχονται στην έκθεση. «Δεν υπάρχει πόλις ή χωρίον», όπως αναφέρει ο επίλογος, «που να μην εληστεύθη, να μη ηγγαρεύθη, να μην πενθή ολίγους ή πολλούς τυφεκισμένους και ομήρους αποσταλέντας εις την Γερμανίαν».

Καζαντζάκης

Τον Δεκέμβριο του 1945 ο Νίκος Καζαντζάκης μιλά από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών για την εμπειρία του, σημειώνοντας: «Σαράντα μέρες γύριζα το περασμένο καλοκαίρι την Κρήτη, για να δω τα χωριά που γκρέμισαν κι έκαψαν οι βάρβαροι και τους άντρες και τις γυναίκες που τους έντυσαν τη μαύρη αρματωσιά του πένθους. Περίμενα ν' ακούσω κλάματα και να δω χέρια ν' απλώνονται να ζητούν την βοήθεια. Και βρήκα ανυπόταχτες, απαράδοτες ψυχές και κορμιά μισόγυμνα πεινασμένα κι αλύγιστα...»

 

Ετικέτες: