Το τρίτο «Όχι» και το Damnatio Memoriae για τον Κώστα Καραμανλή

(Πατρίδα μου, τόσο όμορφη και χαμένη, μνήμες αγαπημένες και μοιραίες, G. Verdi, Nabuko/Va, Pensiero).


Από το 1939 η πολιτική του Βερολίνου στα Βαλκάνια εσυνοψίζετο στην διατήρηση του υπάρχοντος πολιτικού και στρατιωτικού status-quo, ενώ παράλληλα επεδίωκε την αύξηση της επιρροής της στις Βαλκανικές πρωτεύουσες. Η Γερμανική ηγεσία απεδέχετο πολιτικά ότι η Ελλάς ανήκε στην Βρετανική σφαίρα επιρροής και δεν θα εδημιουργούντο σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις των δυο χωρών, εφόσον δεν θα υπήρχε μαζική παρουσία Αγγλικών στρατευμάτων στην Βόρεια Ελλάδα, τα οποία θα έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια των ρουμανικών πετρελαιοπηγών από τις οποίες ετροφοδοτείτο η πολεμική μηχανή του Γ’ Ράϊχ. Εξάλλου, το πρωτόκολλο εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας εξασφάλιζε την απρόσκοπτο ροή του Ελληνικού χρωμίου και αλουμινίου στην Γερμανία, καθώς κι άλλων πρώτων υλών, απαραιτήτων για την διατήρηση της πολεμικής ισχύος της Wehrmacht. Ο Ιωάννης Μεταξάς παρά τις Βρετανικές πιέσεις, δεν θα επέτρεπε στις ελάχιστες μοίρες των Βρετανικών αεροπορικών δυνάμεων να επιχειρούν στο πολεμικό μέτωπο της Αλβανίας από τα αεροδρόμια της Μακεδονίας. Επίσης, δεν εδέχθη, ολίγον προ του θανάτου του, την περιορισμένη στρατιωτική βοήθεια που του προσέφερε πιεστικά ο Άγγλος στρατηγός Archibald Percival Wavell κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα στις 13-15 Ιανουαρίου 1941, καθόσον αυτή όχι μόνο δεν θα βοηθούσε την πολεμική προσπάθεια της Ελλάδος εναντίον της Ιταλίας, αλλά θα προκαλούσε και θα επιτάχυνε την Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα [1].


Την ίδια εποχή η Βρετανία αδυνατούσε να φέρει εις πέρας τις πολεμικές επιχειρήσεις με την Γερμανία λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ο Πρωθυπουργός της Βρετανίας Winston Churchill έπεισε τον Αμερικανό πρόεδρο Franklin Roosevelt να φέρει προς ψήφιση στην Γερουσία των ΗΠΑ ένα σχέδιο νόμου οικονομικής βοήθειας για την Βρετανία, γνωστό με το όνομα «Lend and Lease», που θα αποσκοπούσε στην ουσιαστική οικονομική ενίσχυση της πολεμικής μηχανής της Βρετανίας. Η παρουσία των Βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα και η βεβαία ήττα τους, θα επηρέαζαν θετικά την Αμερικανική κοινή γνώμη, ώστε να ψηφιστεί το σχετικό νομοσχέδιο, απεφάνθησαν οι δυο πρωθυπουργοί στις μεταξύ των μυστικές συνεννοήσεις [2]. Αμέσως μετά τον θάνατο του Ι. Μεταξά στις 31 Ιανουαρίου του 1941, η Ελληνική κυβέρνηση, τον Φεβρουάριο του 1941, του Πρωθυπουργού Γ. Κορυζή, έδωσε την συγκατάθεση της για την εγκατάσταση των Βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Ένα μήνα αργότερα, τον Μάρτιο του 1941, ο Roosevelt αναγνωρίζοντας την σημασία της παρουσίας των Βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα για την ομόφωνη ψήφιση του νομοσχεδίου «Lend and Lease», από την Αμερικανική Γερουσία, τηλεγραφούσε γεμάτος χαρά στον Churchill, «έκανες εξαιρετική δουλειά στην Ελλάδα» [2].


Ο Ι. Μεταξάς απεβίωσε από μία μάλλον ασήμαντη φλεγμονή του φάρυγγα, η οποία κατέληξε σε «απόστημα παρα-αμυγδαλικόν που παρουσίασε εν συνεχεία τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκάς». Την προηγούμενη ημέρα του θανάτου του εδημοσιεύθη στην εφημερίδα Βραδινή η εξής είδηση: «Ο διοικητής των Αγγλικών αεροπορικών δυνάμεων στην Ελλάδα Sir John Henry D'Albiac ελθών αεροπορικώς εκ Κρήτης, εσυνοδεύετο από τον Άγγλο αρχίατρο του Ναυτικού, όστις έκανε ιδιοχείρως ένεση εις τον ασθενή»…. Στις 27 Ιανουαρίου του 1941 είχε προηγηθεί αποστολή Ελληνικού πολεμικού αεροσκάφους στην Βιέννη, ώστε να μεταφερθεί στην Αθήνα ο διάσημος Αυστριακός καθηγητής της ιατρικής του Πανεπιστήμιου της Βιέννης Prof. Dr. Hans Eppinger. Η μυθιστορηματική καθυστέρηση αναχώρησης του αεροσκάφους από την Αυστριακή πρωτεύουσα και το Βελιγράδι, και οι παρασκηνιακές ενέργειες των πρακτόρων της Intelligence Service, έδωσαν το προβάδισμα της άφιξης στην Αθήνα του Άγγλου ιατρού [1].


Κατά την διάρκεια της κατοχής, ο διοικητής Ασφαλείας Αθηνών αστυνόμος Παξινός μετέβη με υποβρύχιο στο Κάϊρο. Στην σύντομη παραμονή του στην Αιγυπτιακή πρωτεύουσα, σε μία δεξίωση της Αγγλικής πρεσβείας (από τις πολλές στις οποίες διασκέδαζε και δολοπλοκούσε η εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση..), ο Παξινός απεκάλυψε σε Άγγλο διπλωμάτη ότι «εγνώριζε τα πάντα για τον θάνατο του Ι. Μεταξά και ότι θα έγγραφε ένα βιβλίο για το θέμα αυτό» [3]. Ο Βρετανός διπλωμάτης μετά την συνομιλία αφού τον εχαιρέτησε εσπευσμένα εγκατέλειψε αμέσως την πρεσβεία. Ο Παξινός με την σειρά του έφυγε αργά το βράδυ από την δεξίωση και το πρωΐ της επομένης ημέρας ευρέθη νεκρός στα στενά του Καΐρου. Άνευ δικαστικής ερεύνης, η αστυνομία ανακοίνωνε εσπευσμένα ότι ο Παξινός πρώτα εληστεύθη και μετά εδολοφονήθη.... [3]. Τα φαινομενικά ασύνδετα γεγονότα εκείνης της εποχής, εάν αναλυθούν και ερμηνευθούν, συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι το εν πολλοίς άγνωστο δεύτερο «Όχι» του Μεταξά στους Βρετανούς, πιθανώς να υπήρξε και το αίτιον του θανάτου του.


Εν συνεχεία, στην κατοχική περίοδο αφίχθη στην Αθήνα Γερμανική αποστολή οικονομολόγων του Γ’ Ράϊχ με επικεφαλής τον Carl August Clodius, ανώτατο διπλωματικό υπάλληλο, με σκοπό να καταγράψει μαζί με τον γενικό αρμοστή (Gauleiter) του Γ’ Ράϊχ στην Ελλάδα Hermann Neubacher τις δυνατότητες της Ελληνικής κατοχικής οικονομίας, ώστε να μπορέσουν οι κατακτητές να την λεηλατήσουν μεθοδικά, επιστημονικά και συστηματικά [4,5]. Οι οικονομικές προτάσεις του Clodius προς την Γερμανική διοίκηση και την κατοχική κυβέρνηση των Αθηνών, περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, την απόλυση του μεγαλύτερου μέρους των δημοσίων υπαλλήλων, την βαριά φορολογία του Ελληνικού λαού, την εξαγορά των Ελληνικών μεταλλευτικών επιχειρήσεων από την γνωστή μας σήμερα Rheinmetall, καθώς και την δήμευση του Ελληνικού υπεδάφους και της Ελληνικής γης και περιουσίας, με την σύμφωνη γνώμη των Ελλήνων κεφαλαιούχων και του κατοχικού πολιτικού συστήματος.


Εβδομήντα περίπου χρόνια μετά, μέσα από την τραγική και μοιραία επανάληψη της ιστορίας και των γεγονότων με τους ίδιους πρωταγωνιστές θύτες και θύματα, οι μνημονιακές κυβερνήσεις θα υποδέχοντο τον Γερμανό Κοινοβουλευτικό Γραμματέα του Κράτους (Parlamentarischer Staatssekretär) κ. Hans-Joachim Fuchtel στην Ελλάδα, επικεφαλής μίας αντίστοιχης Γερμανικής αντιπροσωπίας, εχούσης την ίδια αποστολή με αυτή του Clodius, δηλαδή την καταγραφή και τον έλεγχο της Ελληνικής οικονομίας και των πλουτοπαραγωγικών πηγών του έθνους.


Των φιλογερμανικών μνημονιακών κυβερνήσεων είχε προηγηθεί η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Τα γνωστά γεγονότα τα οποία ελάμβανον χώραν εκείνη την περίοδο, σκοπίμως επεσκίασαν την δραματική απόφαση του τότε Πρωθυπουργού στο Βουκουρέστι να εξασκήσει το δικαίωμα της αρνησικυρίας της χώρας στην ένταξη του Δυτικογενούς τεχνικού μορφώματος των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, περιφρονώντας έτσι όχι μόνον τους Ευρωπαίους ηγέτες αλλά και τον πρόεδρο της ισχυρότερης χώρας του κόσμου. Ο Καραμανλής ήταν ο μόνος μεταπολεμικός Πρωθυπουργός που έθεσε το συμφέρον της πατρίδας υπεράνω του αντίστοιχου κομματικού, πολιτικού και προσωπικού, τολμώντας να προκαλέσει και να ταπεινώσει τον ισχυρότερο ηγέτη του κόσμου, γνωρίζοντας βεβαίως ότι θα εισπράξει προσωπικά το κόστος της πατριωτικής πράξεώς του. Το τρίτο Ελληνικό «Οχι» του Καραμανλή προς το σύνολο της ανθελληνικής Δυτικής ηγεσίας στο Βουκουρέστι υπήρξε υψίστη πατριωτική πράξη. Όμως, αυτό το «Οχι» είχε την τύχη όλων των εθνικά σημαντικών αποφάσεων, ηγνοήθη, υποβαθμίσθη, ημφισβητήθη, ελοιδορήθη και το σημαντικότερον όλων, δολίως ελησμονήθη από τους παραχαράκτες και τους εμπόρους της ιστορίας λόγω των μικροπολιτικών και μικροκομματικών σκοπιμοτήτων. Το ιστορικό βάρος της απόφασης του Καραμανλή αντικατοπτρίστηκε στο γεγονός ότι επεχειρήθη από τους «συνήθεις υπόπτους» να έχει ο τότε Πρωθυπουργός την τύχη του Ι. Μεταξά, όπως αναδεικνύει το πόρισμα της εισαγγελικής έρευνας.


Σε αντιδιαστολή, οι ηγεσίες των μνημονιακών κυβερνήσεων, όπως και των πριν από αυτόν, εδικαίωσαν τις διαχειριστικές πρακτικές των εκκολαπτών των Πρασίνων Αυγών Bokanovski που αφελλήνισαν την χώρα. Με τις πολιτικές συμπεριφορές των, όμοιες με αυτές των κατοχικών κυβερνήσεων (όπως π. χ. αυτή της αποδοχής του κ. Fuchtel ως Γερμανού οικονομικού τοποτηρητή στην Ελλάδα), απενοχοποίησαν τον «Κατοχικό Δοσιλογισμό» ως πολιτική θεωρία και πράξη εβδομήντα χρόνια μετά την Κατοχή, παρατήρησε ευστόχως ο δημοσιογράφος Π. Λιάκος.


Ως «Καταδίκη της Μνήμης» (Damnatio Memoriae), περιγράφεται η δoλία και μεθοδευμένη πολιτική πρακτική που αποσκοπεί στην διαγραφή από την ιστορική μνήμη του ονόματος και των πράξεων σημαντικών προσωπικοτήτων, ώστε η κοινή συνείδηση να μην έχει σημείο αναφοράς για να συγκρίνει τον ηρωισμό με την αθλιότητα. Σήμερα, η damnatio memoriae επιχειρεί μέσω των ΜΜΕ όχι μόνο να εξαφανίσει την εθνική ιστορία, αλλά αγωνιά να επιβάλει στην κοινωνική συνείδηση τις επιβλαβείς για το εθνικό συμφέρον πράξεις των μνημονιακών πολιτικών που διέλυσαν την παραγωγική μηχανή της χώρας ως σωτήριες. Η νέο-φαναριώτικη πολιτική τάξη της μεταπολίτευσης, η εξουσία της «γενιάς του πολυτεχνείου» και η δικτατορία των ΜΜΕ που κατέστρεψαν την πατρίδα, έχουν επιβάλει ένα καθολικό damnatio memoriae στην συλλογική μνήμη της χώρας για εκείνους τους πολίτες των οποίων η συνείδηση και οι δράσεις υπεράσπισαν τα εθνικά συμφέροντα. Ας γνωρίζουν όμως όλοι αυτοί που κατέστρεψαν την χώρα, ότι η ιστορία τελικά εκδικείται τους πλαστογράφους και κάποτε θα τοποθετήσει την υστεροφημία τους εκεί που πραγματικά ανήκει, στα σκουπίδια.

[1] Δημοσθένη Κούκουνα, «Ιστορία της Κατοχής»,, Αθήναι 2013, Εκδόσεις Λιβάνη.
[2] Αννίβας Βελλιάδης, «Κατοχή Γερμανική Πολιτική, Διοίκηση στην Κατεχόμενη Ελλάδα». Αθήναι 2008, Εκδόσεις Ενάλιος.
[3] Π. Κουβά, «Ιστορία του ΚΚΕ», Εκδοθείσα διαδικτυακά υπό Φουλίδη, 2014.
[4] Δημοσθένη Κούκουνα, «Η Ελληνική οικονομία κατά την κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια», Θεσσαλονίκη 2012, Εκδόσεις Ερωδιός.
[5] Ο Carl August Clodius συνελήφθη από τους Σοβιετικούς στην Ρουμανία το 1944. Προσχωρών στην υπηρεσία των Σοβιετικών, εστάλη υπό του Στάλιν στην Γιουγκοσλαβία του Τίτο ως υπεύθυνος εφοδιασμού του «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος» την περίοδο 1946-1948. Απεβίωσε φυλακισμένος στην Σοβιετική Ένωση το 1952.

Ο Αλκιβιάδης-Κωνσταντίνος Κεφάλας είναι Διδάκτωρ Φυσικής του Πανεπιστήμιου του Manchester, UK, Δντης Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Ινστιτούτο Θεωρητικής και Φυσικής Χημείας.